Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η κη(παρω)δεία


"Έτσι ακριβώς όπως το λεει. Τον θίασο σου και αλλού"

«Honey, I am back!» που λένε και στις αμερικάνικες ταινίες. Το να είσαι back είναι καλό αλλά στην προκειμένη περίπτωση θα προτιμούσα να μην είχα go ποτέ. Διότι το ότι έλειψα αυτές τις μέρες μου άλλαξε όλους τους ρυθμούς μου και την ψυχολογία μου και τα πάντα μου. Για όσους δεν γνωρίζουν και αναρωτιούνται ο λόγος που έμεινα μακριά ήταν ο θάνατος του παππού μου. Ναι, ο μοναχικός παππούς για τον οποίο είχα κάνει ανάρτηση τελευταία, μας άφησε οριστικά. Και όπως ήταν αναμενόμενο, το ότι όλα έπρεπε να γίνουν στο χωριό που έμενε μας έφτασε σε σημείο να κάνουμε εκατό ταξίδια για να οργανωθούν όλα όπως έπρεπε.

Αλλά δεν ήταν μόνο τα ταξίδια που ήρθαν και έδεσαν με την όλη στεναχώρια και με κούρασαν. Η μεγαλύτερη κούραση ήταν η ψυχολογική που στην ουσία μοιράστηκε ανάμεσα σε στεναχώρια και απίστευτα νεύρα. Διότι δεν ξέρω αν εσάς σας έχει τύχει ποτέ, η συγκεκριμένη κηδεία κατέληξε να είναι μια παρωδία με όλους τους βασικούς συγγενείς-πρωταγωνιστές να σπάνε τα νεύρα μου στο έπακρο. Εννοείται πως ακόμα δεν έχω συνέλθει απόλυτα διότι όσο να ναι τα νεύρα και οι εντάσεις συνεχίζονται. Σίγουρα αν όλο το θέμα αφορούσε μόνο κλάματα τώρα θα ήμουν πολύ καλύτερα. Στην τελική, λίγο πολύ την κατάληξη του παππού την περίμενα από την πρώτη στιγμή που αρνήθηκε να μείνει κοντά μας ενώ είχε τόσα προβλήματα υγείας. Φαγώθηκε και εκείνος να φύγει από το σπίτι...ορίστε έφυγε οριστικά τώρα και υποψιάζομαι από όλη την κατάληξη πως στην ουσία αυτό ήθελε. Να αναπαύεται η ψυχή του...Αν και με όσα διαδραματίστηκαν ειδικά μετά την κηδεία πως να αναπαυτεί ο έρμος.. θα τριγυρνάει ανήσυχος και με το δίκιο του.

Και ενώ όταν ξεκίνησα το blog είχα δώσει μια υπόσχεση στον εαυτό μου ότι δεν θα θίξω οικογένειες και φίλους αυτή την φορά ο πειρασμός είναι μεγάλος. Διότι η κατάσταση απλά δεν παλεύετε άλλο και πρέπει κάπου να ξεσπάσω. Για αυτό τον λόγο θα τα πω, θα τα πω όλα να ηρεμήσω, άντε γιατί πολλά μάζεψα και δεν μπορώ άλλο. Ας τα πάρω όμως από την αρχή τα πράγματα ετοιμάζοντας δύο επιστολές που θα γούσταρα πολύ να ταχυδρομήσω. 

*
*
*

Επιστολή προς την πολυαγαπημένη (μην πολυχέσω) θεία
Σιχαίνομαι την υποκρισία και το θέατρο. Μπορεί να είσαι καλή κουκλίτσα μου στην υποκριτική αλλά εμένα δεν με ξεγελάς. Μπορεί να έχεις κολλήσει στην εμφάνιση αντιγραφή της Καίτη Φίνου αλλά αυτά περνούσαν όταν η Καιτούλα ήταν στις δόξες της. Όσο οξυζενέ και να βάλεις στο μαλλί σου κωλοτούμπα ήσουν και κωλοτούμπα παραμένεις. Άσε που ηθοποιός δεν θα γίνεις ποτέ. Δεν το έχεις πάρτο επιτέλους χαμπάρι. Εκτός και αν θες να παίξεις τον καραγκιόζη. Σε αυτό ναι, θα συμφωνήσω, σου πάει γάντι. Διότι από καραγκιόζηδες και θέατρα έχω εντρυφήσει στο θέμα χρόονιαα τώρα και μπορώ να σου πω πως είσαι η κατάλληλη. Διότι έτσι όπως βάφεσαι μόνο Φίνου δεν θυμίζεις. Οπότε εννοείται πως τουλάχιστον εμένα δεν με ξεγέλασες για τους σκοπούς σου. Αν είχες βγάλει τον σκασμό όμως θα ήταν όλα πολύ καλύτερα και δεν θα με έφτανες σε αυτό το σημείο.

Αφού ποτέ δεν τον γούσταρες τον πεθερό σου ούτε την πεθερά σου τι φανερώθηκες σαν την πορδή στην κηδεία και άνοιξες και το ξερό σου? Δεν είχες καλύτερες δουλειές να κάνεις? Μια ζωή ισχυριζόσουν πως έχεις δουλειές και πως δεν προλαβαίνεις και κολοκύθια τούμπανα. Όταν τρέχαμε στα νοσοκομεία την πεθερά σου εσύ ήσουν άφαντη. Η μάνα μου τα τράβηξε όλα. Πέντε χρόνια καρκίνος και εσύ έκανες την πάπια την κουνιστή. Καλά κάνανε και δεν σε θέλανε διότι δεν ήσουν και άξια. Μόνο τσιγάρο και κουβέντες και να πλένεις τα ποτήρια με τα βρακιά της κόρης σου. Λες και δεν είχες σφουγγάρι να πλύνεις όπως όλες οι νοικοκυρές. Ούτε τα στοιχειώδη δεν έμαθες, ποια φροντίδα να προσφέρεις?

Και μου ήρθες να βοηθήσεις στο καθάρισμα του σπιτιού πριν την κηδεία λες και στο ζητήσαμε. Μωρέ καλά σου έκανε η μάνα μου και σε έχωσε στο μπάνιο με τα σκατά κυριολεκτικά. Διότι τα σκατά σου αρμόζουν για να κάνεις και ένα καθαρισμό προσώπου σπέσιαλ. Αλλά και εκεί την ουρά απέξω έβγαλες και σε βοήθησαν οι άντρες. Είχες το θράσος δε να έρθεις να μου πεις να σταματήσω το καθάρισμα για να φύγουμε να πάμε για καφέ. Που ξεπατώθηκα να κάνω το σπίτι καθαρό να υποδεχτούμε κόσμο και το έκανα κλαίγοντας για όλες τις στιγμές που θυμόμουν με τον παππού στο κάθε τι που άγγιζα και εσύ εκεί, το τσιγάρο και ο καφές. Μου ήρθε να σου πετάξω το πατσαβούρι στην μάπα και να σου πω βγάλε τον σκασμό επιτέλους, έχουμε κηδεία.

Σαν να μην έφτανε αυτό σε όλη την διάρκεια άνοιγες τον βόθρο σου και κατηγορούσες τα πεθερικά σου. Καυχιόσουν ότι τα παιδιά σου δεν κατάλαβαν ποιος παππούς πέθανε διότι δεν τον αναγνώριζαν για παππού. Καθόσουν στην αυλή και έλεγες με τουπέ ότι δεν πας να κάτσεις μέσα μην σε κυνηγήσει η ψυχή του παππού με την μαγκούρα και γελούσες. Μωρέ καλά θα σου έκανε τέτοια που ήσουν, θα το ευχαριστιόμουν πολύ. Και είπες και πολλά άλλα που αν αρχίσω να λεω τον ατελείωτο θα έχουμε και δεν σε έχω και καμία όρεξη.

Στην κηδεία δε μεγαλύτερο δράμα δεν μπορούσες να παίξεις. Είχες πιάσει την πάρλα με τις συγχωριανές λες και τις έβλεπες και συχνά και μπουρου μπουρου ησυχία δεν είχες δίπλα από την σωρό. Άσε δε την ώρα της ταφής.. Αυτη η τρελή ατάκα σου «ηταν επιθυμία του πατέρα» με έκανε να θέλω να σε σπρώξω και να πέσεις και εσύ μέσα. Και έτσι κωλοτούμπα που είσαι μια χαρά θα στριμωχνόσουν. Αλλά έχε χάρη που ο παππούς δεν ήθελε καν να σε ακούει, οπότε θα τον στεναχωρούσα περισσότερο. Και να ξέρεις, την ώρα εκείνη κοιτούσα τριγύρω να δω αν υπάρχει άλλος λάκκος ανοιγμένος για να σε σπρώξω προς τα εκεί. Ήσουν πολύ τυχερή όμως, πάρα πολύ τυχερή. 

Το αποκορύφωμα της υπόθεσης. Δεν φτάνει που καυχιόσουν πως τα παιδιά σου δεν γνώριζαν τον παππού (δικό σου φταίξιμο αυτό), τα μάζεψες μαζί με τους γαμπρούς και τις νύφες και τους έκανες τούρινγκ μετά την κηδεία στο σπίτι του παππού. Λες και ήταν αξιοθέατο. Αλλά ξέρω καλά τους σκοπούς σου και δεν πρόκειται να σου περάσει, ούτε εσένα αλλά ούτε και στα πολυαγαπημένα μου (μην πολυχέσω) ξαδερφάκια.

Όλα αυτό το ψαλτήρι μου (και λίγο σου είναι) αφιερωμένο σε όλη την πάρλα που σε έπιασε όταν μου έτυχε ο λαχνός να με πάτε εσείς με το αμάξι σας στο χωριό την πρώτη μέρα και μου έβγαλες κυριολεκτικά την πίστη σε όλη την διαδρομή.. Η ανακατωσούρα και ο πονοκέφαλός μου ακόμα δεν έχουν φύγει. Να είσαι σίγουρη πως σου έχω πολλά περισσότερα φυλαγμένα. Τράβα βάψε και καμιά ρίζα και παρακολούθα κανα στυλιστικό σεμινάριο μπας και επαναφέρεις στο 1/3 την κατάστασή σου διότι ειλικρινά ο καραγκιόζης μπροστά σου μοιάζει θεός. Κωλοτούμπα


Επιστολή προς τον πολυαγαπημένο (μην πολυχέσω) θείο
Διαφέρεις από τον μπαμπά κατά πολύ. Αυτή την φορά το αντελήφθην. Πάντα ήσουν ο αγαπημένος μου διότι είχες μια ηρεμία που δεν είχε ο πατέρας μου και ένα χαμόγελο διάπλατο και ζεστό. Όμως αυτή την φορά είδα τον πραγματικό σου εαυτό και όχι τίποτα άλλο μου έλυσες και την χρόνια απορία μου και σε ευχαριστώ. Τώρα κατάλαβα γιατί ήσουν τόσο κολλημένος επάνω στην κωλοτούμπα. Διότι πολύ απλά έχεις γίνει ένα με αυτήν κυριολεκτικά. Δεν ξέρω αν ήσουν πάντα έτσι διότι ήμουν αγέννητη όταν γνώρισες αυτή την σταρλετίτσα. Κουράστηκες πολύ να την βρείς αγόρι μου ή το έπαιξες λαχείο και σου έκατσε ο πρώτος λαχνός?

Είσαι απαράδεκτος πάντως τόσα χρόνια να έχεις βγάλει την ουρά σου απέξω από την φροντίδα των γονιών σου και πριν καν περάσει ένα μισάωρο της ταφής να διεκδικείς έτσι απροκάλυπτα την περιουσία και να δίνεις και εντολές για αυτήν. Ειδικά με αυτό το αυταρχικό Σουλειμανίστικο ύφος. Αυτά στην γυναίκα σου αν τολμάς. 

Πάρ’ το χαμπάρι όμως πως  εκεί που πας να κάνεις κουμάντο έβγαλες την ουρά σου χρόνια πριν και ο πατέρας μου πολύ απλά δεν θα στην χαρίσει. Γιατί εσύ μπορεί να έμαθες να σκύβεις το κεφάλι σου και να σε σέρνει η γυναίκα σου από την μύτη ο πατέρας μου όμως δεν έμαθε να σκύβει κεφάλι και να γίνεται πρόβατο. Οπότε πολύ θα το χαρώ να πάρεις το μάθημα που ποτέ δεν πήρες. Το περιμένω πως και πως το γκραντ φινάλε να χτυπήσω παλαμάκια. Στην τελική τόσα χρόνια καυχιόσουν για τα πεθερικά σου και τις περιουσίες που σου έδωσαν. Κάτσε εκεί λοιπόν και μην τα θέλεις όλα δικά σου. Φυτρώνεις και εσύ σαν την πορδή όπως η γυναίκα σου.

Ήρθες να παραστείς στην κηδεία του πατέρα και ούτε καν να σκύψεις να τον φιλήσεις δεν τόλμησες. Τι φοβήθηκες? Μην σηκωθεί και σε δαγκώσει? Και την ώρα της λειτουργίας καθόσουν στο προαύλιο και κουβέντιαζες περί ανέμων και υδάτων. Αλλά τα ίδια είχες κάνει και με την μάνα σου, οπότε δεν περίμενα κάτι διαφορετικό. Ούτε να σε φτύσω, μα τον θεό. Είστε ο λόγος που ντρέπομαι για το συγκεκριμένο σόι.

Σε εσένα δεν έχω να πω πολλά περισσότερα, είσαι άξιος της μοίρας σου.. και όταν λέω μοίρα αναφέρομαι στην ξανθιά αποτυχημένη απομίμηση της Φίνου που επέλεξες για σύντροφο της ζωής σου. Ας πρόσεχες. 

*
*
*



Με αυτά και με εκείνα το θέμα είναι ένα. Αντί να κάνω αποχαιρετηρστήρια ανάρτηση για τον παππού, αντί να χύσω μόνο δάκρυα για τον χαμό του, φούντωσα από νεύρα ακόμα μια φορά...

Αχ βρε παππούκα που πάντα ήθελες να μας αποχαιρετάς για να κλειστείς στην μοναξιά σου...μας αποχαιρέτησες μια και καλή και ησύχασες. Εκεί κανείς δεν θα σε στεναχωρέσει ξανά... και μην στρέφεις τα μάτια σου προς τα εδω, γιατί δεν αξίζει, άκουσέ με που σου λέω.. 

Να ξέρεις πως δεν πρόλαβα να σε αγκαλιάσω ακόμα μια φορά και να σου πω "και εγώ σε αγαπάω πολύ"...Ελπίζω τουλάχιστον φεύγοντας να το ένιωσες όταν στο είπα την τελευταία φορά που σε κράτησα σφιχτά στα χέρια μου και μου είπες να μην στεναχωριέμαι για εσένα. Πως να μην στεναχωρεθώ...


***Είχα ετοιμάσει και άλλες 4 επιστολές και μάρτυς μου ο γάτος μου που του τις διάβασα. Αλλά επειδή οι επιστολές εκείνες πονάνε πολύ και δεν ήθελα να καταντήσει η ανάρτηση αυτή θέατρο και να κόψω και εισητήρια τις διέγραψα πριν τις δημοσιεύσω. Ίσως κάποτε να ξαναβγούν στην επιφάνεια, δεν θα πάρω και όρκο για το αντίθετο. 


Σας φιλώ γλυκά


Πέμπτη 11 Απριλίου 2013

Μύρισε αναμνήσεις


Intro
Όχι δεν μπήκατε σε λάθος blog! Το μελοκάνελλο είμαι, απλά είπα να αλλάξω ονομασία γιατί αυτό το «Άρωμα μελοκάνελλου» μου θύμιζε μελομακάρονα και όσο να’ναι και τα Χριστούγεννα πέρασαν αλλά είμαι και σε φάση διατροφής. Δεν λεω, ωραία τα μελομακάρονα αλλά άντε να τα βρεις κάτι τελειωμένες ώρες και τέτοια εποχή...ενώ για παράδειγμα η σοκολάτα ποτέ δεν λείπει από το σπίτι. Αλλά αν το έκανα «Choco» τότε είναι που θα ψαχνόσασταν τελείως. Και εσείς και εγώ μαζί για να δω από που απέκτησα τα επιπλέον κιλά. Όπως είχε πει το Μαρινάκι μου, όποτε θα μιλάω για σοκολάτες να βάζω warning, οπότε ALERT Μαρίνα μου, ALERT!!

Anyway... αλλαγές στον καιρό, αλλαγές στην διάθεση αλλαγές και στο blog μου. «My essence» λοιπόν το νέο όνομα και αυτό γιατί πάντα θα υπάρχει μια δόση από εμένα στα γραπτά μου, ανάλογα πάντα της διάθεσης. Μπορεί να άλλαξα την εμφάνιση και το όνομα αλλά όχι το ύφος. Σε αυτό ήμουν ξεκάθαρη με τον εαυτό μου. 

*
*
*


Μύρισε αναμνήσεις στο μπαλκόνι μου...

Κάθε τέτοια εποχή το μπαλκονάκι μου αρχίζει να το λούζει ο ήλιος, από τις πρώτες πρωινές ώρες που θα ανατείλει μέχρι νωρίς το απόγευμα πριν δύσει. Μαζί του φυσικά λούζει και εμένα, διότι δεν έχω ομορφότερη συνήθεια από το να κάθομαι ακουμπισμένη στα κάγκελα, να χαζεύω τον δρόμο και τους περαστικούς και να νιώθω τις ακτίνες του ήλιου επάνω μου. Δεν ξέρω γιατί, αλλά πάντα ένιωθα πως ο ήλιος μου δίνει επιπλέον ενέργεια. Λετε να έχω συλλέκτες ηλιακής ενέργειας επάνω μου και να μην το γνωρίζω? Όπως και να έχει, θεωρώ πως είμαι παιδί του ήλιου, γιατί πάντα με τις ηλιοφάνειες η καρδιά μου βγάζει φτερά. 

Θα δυσκολευτώ πολύ να το αποχωριστώ το μπαλκονάκι μου και αυτό είναι κάτι που το γνωρίζω πλέον καλά και προσπαθώ να το αποδεχτώ μέσα μου. Θα μου λείψει η θέα του, τα ήσυχα καλοκαιρινά βράδια (με εξαίρεση εκείνα τα βράδια που όλα τα κανισάκια της γειτονιάς αφηνιάζουν ταυτόχρονα), οι ατέλειωτες ώρες στο τηλέφωνο πηγαινοερχόμενη στο μάρμαρο, οι φωνές και τα γέλια των παιδιών από την κοντινή παιδική χαρά και ένα σωρό άλλα. Κατά ένα περίεργο λόγο κουβαλάει ένα σωρό αναμνήσεις, ίσως περισσότερες και από το ίδιο το σπίτι.

Όμορφη ημέρα σήμερα και ακόμα μια φορά βρίσκομαι στο μπαλκόνι με τα χέρια μου ακουμπισμένα στα κάγκελα. Από την παιδική χαρά δεξιά μου διακρίνω τα παιδάκια που τρέχουν γύρω από τις κούνιες και παίζουν. Οι φωνές και τα γέλια τους μου αποσπούν την προσοχή και χάνομαι ακόμα μια φορά στις δικές μου αναμνήσεις.

Ξαφνικά μου μυρίζει γιασεμί από τον διάδρομό μας και ας μην έχει νυχτώσει. Αυτή η μυρωδιά...Το γιασεμί που κοσμούσε την σιδερένια πόρτα στο σπίτι του θείου και πλημμύριζε τα μικρά μας ρουθούνια κάθε φορά που βρισκόμασταν κοντά στο σπίτι μας. Εγω που πάντα ήμουν με ένα "γιατί" στο στόμα μου, κατά τις ομολογίες της μάνας μου, δεν άργησα να αναρωτηθώ για αυτό που μύριζα για πρώτη φορά και να ενημερωθώ από την μητέρα μου.

-Μαμά τι μυρίζει τόσο όμορφα? Από που έρχεται αυτή η μυρωδιά?
-Αυτό είναι γιασεμί παιδί μου. Τα βλέπεις τα μικρά άσπρα ανθάκια του στην πόρτα του θείου? Αυτό είναι το γιασεμί και μόνο το βράδυ μυρίζει τόσο έντονα και όμορφα.

Από εκείνη την στιγμή ανυπομονούσα πότε θα βραδιάσει για να βγω στο μπαλκόνι και να νιώσω στα ρουθούνια μου την μυρωδιά του. Αυτός ίσως και να ήταν ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας, κάτι που με κάνει να διαπιστώνω σήμερα πως τελικά από μικρή είχα την τάση να ερωτεύομαι εύκολα. Οτιδήποτε ξυπνούσε τις αισθήσεις μου το ερωτευόμουν, γέμιζα μέσα μου έρωτα και ζωή και κυκλοφορούσα σαν μεθυσμένη. 

Οι φωνές από την παιδική χαρά με επαναφέρουν από το άρωμα του γιασεμιού και με μεταμορφώνουν στην φιγούρα της μάνας μου. Νιώθω να βλέπω μέσα από τα μάτια της εμάς, την αδερφή μου και εμένα, που παίζουμε στην παιδική χαρά και εκείνη από μακριά, μητέρα κατάσκοπος, να μην μας αφήνει λεπτό από την βολή της. Γυρνάμε και χαιρετάμε και εκείνη μας χαμογελάει γνέφοντας το κεφάλι της. Από αυτό το μπαλκόνι τίποτα δεν της ξέφευγε, ακόμα και σήμερα. 

Η παιδική χαρά της γειτονιάς μας. Πόσα παιχνίδια δεν κάναμε σε αυτή την παιδική χαρά. Αλλά και πόσα χτυπήματα στα χαλίκια και στο τσιμέντο της. Γιατί τότε είχε χαλίκια και όχι ειδικό δάπεδο, όπως έχει τώρα, για να μην χτυπάμε. Και εκείνο το οξυζενέ που τσούζει με στοίχειωνε σε κάθε μου χτύπημα. Προσπαθούσα να μην χτυπάω για να το γλιτώσω γιατί κάθε φορά που χτύπαγαν τα άλλα παιδιά έτρεχα και εγώ να δω από κοντά τις πρώτες βοήθειες. Τι το θελα? Η έκφρασή τους και τα κλάματα  όταν έπεφτε το οξυζενέ στην πληγή με είχε στοιχειώσει. Ώσπου δεν το γλίτωσα και το γεύτηκα και εγώ με την σειρά μου.

Αυτή η παιδική χαρά μπορεί να αποτελούνταν μόνο από τις κούνιες, το γύρω γύρω όλοι, δυο τραμπάλες και μερικά μονόζυγα, αλλά είχαμε τον τρόπο μας να παίζουμε και ένα σωρό άλλα παιχνίδια στον χώρο της. Από αγαλματάκια ακούνητα, τα μήλα, κυνηγητό μέχρι και μακριά γαϊδούρα και αμπάριζα. Και σε αυτά τα μονόζυγα και δίζυγα είχα μάθει να γίνομαι πραγματικός αίλουρος και ακροβάτης. Ώσπου η μάνα μου μια μέρα με αντιλήφθηκε ότι κρεμόμουν σαν το πιθηκάκι και ακροβατούσα και με κατσάδιασε να μην ξαναπάω για να μην πέσω και σπάσω ότι έχω και δεν έχω. Φυσικά δεν τολμούσα να παρακούσω γιατί αυτό το κατσάδιασμα ήταν το χειρότερό μου.

Κάθε φορά λοιπόν ανακαλύπταμε και ένα παιχνίδι και ναι ήμασταν πάρα πολλά παιδιά και αυτό έκανε τα παιχνίδια ακόμα πιο απολαυστικά. Εγώ μαζί με τα δύο ξαδερφάκια μου ανήκαμε στους βενιαμίν της γειτονοπαρέας καθώς όλα τα άλλα παιδιά ήταν αρκετά μεγαλύτερα από εμάς. Βέβαια, δεν μας κάνανε πέρα και μας παίζανε διότι κάθε ένας μας είχε και το μεγαλύτερο αδέρφι από κοντά για να μας προσέχει. Φυσικά αυτό τους προκαλούσε δυσαρέσκεια και με την πρώτη ευκαιρία προσπαθούσαν να μας ξεφορτωθούν αλλά δύσκολα το καταφέρνανε αυτό διότι ξέρανε πως αν πάθουμε κάτι θα έχουν και την ευθύνη και το ανάλογο κατσάδιασμα. Ναι οι γειτονιές τότε ήταν γεμάτες από παιδιά που τρέχανε στους δρόμους και τις αλάνες, γιατί τότε τα περισσότερα οικόπεδα ήταν αλάνες. Οι δικές μας αλάνες που τις κάναμε ότι θέλαμε.

Οι αλάνες...Στρέφω το βλέμμα μου προς τις δύο πολυκατοικίες που υπάρχουν απέναντί της δικιάς μας. Οι δύο μεγάλες αλάνες που χάθηκαν σχεδόν ταυτόχρονα όταν πουλήθηκαν τα οικόπεδα από τους ιδιοκτήτες τους. Στην δεξιά αλάνα έχασα το χρυσό μου σκουλαρίκι όταν σε τσακωμό με μια γειτονοπούλα μου το τράβηξε από το αυτί και χάθηκε ως δια μαγείας. Ένα ακόμα κατσάδιασμα που δεν θα ξεχάσω. Στην αριστερή είχαμε κάνει την πρώτη μας κηδεία, όταν το γατάκι που προσπαθήσαμε να μεγαλώσουμε με λίγο γάλα βρέθηκε να μην αναπνέει. Όλα τα παιδιά κλαίγαμε και μαζευτήκαμε να το θάψουμε, εκεί στην γωνία του οικοπέδου βάζοντας από πάνω έναν ξύλινο σταυρό και ένα στεφανάκι από μαργαρίτες. Αξιοπρεπέστατη τελετή για το γατάκι.

Γιατί μαργαρίτες? Γιατί τότε τα οικόπεδα αυτά ήταν γεμάτα μαργαρίτες και παπαρούνες, και άλλα λουλούδια δεν είχαμε γνωρίσει. Μαδούσαμε τις μαργαρίτες απανωτά για να δούμε αν μας αγαπά ή δεν μας αγαπά ο κάποιος, και ας μην υπήρχε αυτός ο κάποιος ή τις μαζεύαμε για να μας τις περάσει η μάνα μας μέσα από κλωστή και βελόνα για να μας τις κάνει κολιέ και στεφανάκια. Αλλά ούτε και οι παπαρούνες γλίτωναν. Μαδούσαμε τα μπουμπούκια τους μαντεύοντας πρώτα τι χρώμα είναι το άνθος που κρύβει μέσα του. Το να έχουμε πετύχει το χρώμα ήταν η μεγαλύτερη έκπληξή μας. Όχι δεν ήταν πάντα κόκκινο, διότι δεν είχαν ακόμα πάρει το τελικό τους χρώμα, έτσι πότε ήταν άσπρο, πότε ρόζ, πότε μωβ και πότε κοκκινάκι.  

Έπειτα, στην δεξιά αλάνα ήταν που αποφάσισε ο δήμος να αφήσει εκείνους τους μεγάλους τσιμεντένιους κυλίνδρους που θα χρησιμοποιούσε για τα έργα του στους δρόμους. Όπως ήταν αναμενόμενο για εμάς που δεν χάναμε ευκαιρία να σκαρφιστούμε νέα παιχνίδια, αρπάξαμε ότι κουρέλια είχαμε από τα σπίτια μας και μετατρέψαμε τους κυλίνδρους αυτούς σε σπιτάκια όπου καθόμασταν εκεί μέσα με τις ώρες και παίζαμε. Τους χαρήκαμε αρκετά μέχρι που ήρθαν μια μέρα και μας τους μάζεψαν.

Αυτή όμως δεν ήταν η πρώτη και μοναδική ευκαιρία που αρπάξαμε σε κάτι που έφερε και παράτησε ο δήμος στα πόδια μας. Η δεύτερη ήταν τότε που στο πάρκο δίπλα από τις κούνιες, το πάρκο που δεν είχε γίνει ακόμα πάρκο δηλαδή και ήταν απλά μια αλάνα με χώματα, ο δήμος ήρθε και παράτησε ένα παλιό βαγόνι που ήταν καμένο και διαλυμένο. Όλοι οι γονείς προειδοποίησαν να μην πλησιάζουμε εκεί όμως πώς να μείνουμε ήσυχα με τέτοιο δέλεαρ κοντά μας! Δεν αργήσαμε  και το βαγόνι μετετράπη σε σταθμό πρώτων βοηθειών για τους τραυματίες από τον πόλεμο που δήθεν παίζαμε. Οι μεγαλύτερες κοπέλες, οι νταρντάνες όπως τις φώναζαν χωρίς να αντιλαμβανόμαστε εμείς τα μικρότερα, έπαιξαν επάξια τον ρόλο των νοσοκόμων που ξάπλωναν τους ασθενείς στα παλιά καθίσματα του βαγονιού για να τους προσφέρουν τις δήθεν πρώτες βοήθειες. Όλα αυτά στα δικά μου μάτια φάνταζαν σαν ταινία. Και πόσο περίεργο να σταματούν οι αναμνήσεις μου από αυτό το βαγόνι εκεί, στις λίγες αυτές εικόνες... υποθέτω αυτό το παιχνίδι δεν το πολυμοιράστηκαν με εμάς τα μικρότερα για αυτό δεν θυμάμαι και πολλές λεπτομέρειες.

Εκεί λοιπόν που βρισκόταν το βαγόνι το οποίο μας το πήραν και αυτό ξαφνικά μια μέρα, φτιάχτηκε το μελλοντικό πάρκο, με το γρασίδι, τα φυτά και τους διακοσμητικούς βράχους, τα δέντρα και τους φοίνικες και τις τριανταφυλλιές. Για να ξεκουράζονται οι περαστικοί στήσανε τα ομορφότερα και μεγαλύτερα παγκάκια που είχα δει ποτέ με εκείνη την μεγάλη τριγωνική ξύλινη σκεπή τους. Πόσες φορές καθίσαμε να συζητήσουμε εκεί όταν αφήναμε στην άκρη τα παιχνίδια! Και πόσες φορές μας μάλωσε η απέναντι γειτόνισσα, μια ασπρομάλλα γριά με τσιριχτή φωνή, που την ενοχλούσε η παρουσία μας και μας έκανε συνέχεια παρατηρήσεις. Φυσικά η σφραγίδα μας δεν άργησε να μπει και στα παγκάκια αυτά, όταν αρχίσαμε να τα σκαλίζουμε και να γράφουμε με μαρκαδόρους οτιδήποτε μας ερχόταν στο κεφάλι μας, από τα αρχικά μας, τους δήθεν έρωτές μας, μέχρι και στίχους από τραγούδια. Τότε ήταν που για πρώτη φορά διάβασα τους στίχους από το «Ill be there for you- Bon Jovi» που είχε γράψει η ξαδέρφη μου με μαύρο μαρκαδόρο. Σαν περίεργη όπως ήμουν την ρώτησα τι λεει αυτό που έγραψε και δεν καταλάβαινα και όταν εκείνη μου εξήγησε μου άνοιξε ταυτόχρονα τον δρόμο για να το ερωτευτώ, ακόμα και αν δεν το είχα ακούσει ποτέ μου. Όταν δε το πρωτάκουσα μελλοντικά στο ράδιο μόνο που δεν είχα κλάψει όταν συνειδητοποίησα πως οι στίχοι που άκουγα ήταν εκείνος ο έρωτάς μου από το παγκάκι.

Τα παιχνίδια όμως δεν σταματούσαν εκεί. Συνεχίζονταν σε όλες τις γωνιές της γειτονιάς μας, με το βασικότερο παιχνίδι να εκτυλίσσεται στην γωνία απέναντι από το σπίτι μου. Το κεντρικό σημείο που χώριζε τρεις δρόμους και ένωνε τα παιδιά από τρεις διαφορετικές γειτονιές. Εκεί λοιπόν διαδραματιζόταν το μεγαλύτερο σε συμμετοχή  παιχνίδι, το κρυφτό. Σε εκείνη την ξύλινη κολόνα της ΔΕΗ που μύριζε πίσσα και πετρέλαιο καθόταν κάθε φορά και ένας από εμας για να τα φυλάξει και όταν ξεκινούσε το μέτρημα οι υπόλοιποι άρχιζαν να τρέχουν προς τις τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, πάντα μέσα στα όρια που είχαμε προκαθορίσει. Φυσικά οι κρυψώνες ήταν πολλές, πάρα πολλές και αυτό είχε και το μεγαλύτερο ενδιαφέρον και δυσκολία, το να έχεις μάτια προς όλες τις πιθανές διαδρομές. 

Όχι δεν φοβόμασταν τους δρόμους και κυκλοφορούσαμε σε όλα τα γύρω τετράγωνα με άνεση, ίσως με τον μοναδικό μας φόβο να μην νυχτώσει και μας ψάχνουν. Διότι εκεί γύρω στις 9 το πολύ 10 το βράδυ έπρεπε να βρισκόμαστε κοντά στα σπίτια μας για να ακούσουμε τους γονείς μας να μας φωνάζουν από τα μπαλκόνια για να επιστρέψουμε σπίτια μας. Ήταν αστείο γιατί σχεδόν την ίδια ώρα όλοι οι γονείς ξεπρόβαλλαν στα μπαλκόνια τους για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Άλλοι φώναζαν, άλλοι σφύριζαν, άλλοι απλά έκαναν ένα νεύμα στο παιδί τους. Η δικιά μου μάνα ανήκε στην πρώτη κατηγορία, της φωνής.  Έβγαινε στο μπαλκόνι και μας φώναζε με τα ονόματά μας. Φυσικά όσο μεγάλωνα αυτή η φωνή γινόταν ολοένα και πιο εκνευριστική διότι είχα φτάσει σε σημείο να είμαι ίσως από τα μοναδικά παιδιά που σε αυτή την ηλικία έπρεπε να γυρίσω νωρίς στο σπίτι ενώ όλα τα άλλα παρέμεναν. Όταν δε είχα αρχίσει να έχω τα πρώτα μου αθώα φλερτ αυτό μου δημιουργούσε μεγαλύτερη ντροπή και νεύρα. Τα παρακαλετά και ο διάλογος διαπραγμάτευσης από το δρόμο στο μπαλκόνι δεν άργησαν να έρθουν και κάθε φορά κατάφερνα να ξεκλέψω και λίγα λεπτά παραπάνω.

Έτσι περνούσαν τα χρόνια στις γειτονιές μας και όσο μεγαλώναμε τόσο το παιχνίδι έπαυε να υφίσταται και απλά καθόμασταν στο πάρκο ή τις πιλοτές και συζητούσαμε για ώρες ατελείωτες. Ώσπου σιγά σιγά οι παρέες αραίωσαν και διαλύθηκαν. Μαζί με τις παρέες χάθηκαν και οι αλάνες, χάθηκαν και τα παιχνίδια μας και όλα τα υπόλοιπα αλλά αυτό ποτέ δεν μας πείραξε γιατί μέσα μας νιώσαμε πως είχαμε πια μεγαλώσει. Γιατί αρχίσαμε να έχουμε άλλες παρέες, άλλη διασκέδαση πολύ μακριά από τα σπίτια μας και αυτό ήταν για εμάς κάτι το τελείως φυσιολογικό. Έτσι πίσω μας αφήσαμε μόνο αναμνήσεις να μας δένουν σαν παρέα.

Κοιτάζω γύρω μου ακόμα μια φορά. Τις πολυκατοικίες τριγύρω που γέμισαν όλες τις αλάνες που παίζαμε, την παιδική χαρά με το καινούργιο προστατευτικό δάπεδο, τα κάγκελα και την κατασκευή την τεράστια με τις τσουλήθρες και τις γέφυρες, το πάρκο χωρίς τα μεγάλα ξύλινα παγκάκια με την σκεπή, τις άδειες γειτονιές από παιδιά και παιχνίδια. Γυρνάω το βλέμμα μου εκεί στην γωνία του δρόμου και η κολόνα η ξύλινη έχει αντικατασταθεί από μια τσιμεντένια.. «χάθηκε και αυτή μαζί με το κρυφτό μας». Από την σιδερένια πόρτα του θείου το γιασεμί έπαψε να μυρίζει χρόνια τώρα, από τότε που η σιδερένια πόρτα δεν ξανάνοιξε.

Όσες αλλαγές και αν ήρθαν, όσα και αν χάθηκαν στο πέρασμα του χρόνου αυτό το μπαλκόνι πάντα θα μου τα θυμίζει με όλες τις λεπτομέρειες αναλλοίωτες. Διότι από αυτό εδώ το μπαλκόνι που κάποτε τίποτα δεν ξέφευγε στην μάνα μου, μπορώ να ρίχνω κλεφτές ματιές προς τις τρεις διαφορετικές κατευθύνσεις, τις τρεις διαφορετικές γειτονιές, και με τα δικά μου μάτια πάντα θα μας βλέπω να τρέχουμε στους δρόμους που διασταυρώνονται και να παίζουμε τα παιχνίδια μας.  

Θα δυσκολευτώ πολύ να αφήσω πίσω μου αυτό το μπαλκόνι, αυτή την γειτονιά αλλά ξέρω πως εκεί που θα πάω- τουλάχιστον όπως το έχω φανταστεί- τα δικά μου παιδιά θα έχουν ίσως την ευκαιρία να χτίσουν τις δικές τους αναμνήσεις από τους δρόμους και τις αλάνες. Γιατί κακά τα ψέματα, όπως έγιναν οι γειτονιές στην Αθήνα μας τα σημερινά παιδιά δεν μπορούν να παίξουν με τον ίδιο τρόπο που παίζαμε εμείς. Η ασφάλεια του σπιτιού είναι προτιμότερη από ότι οι σημερινοί δρόμοι και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό όταν η ανευθυνότητα και η εγκληματικότητα είναι στα ύψη της.

Δεν μπορώ να πω πως όλη αυτή η αλλαγή δεν με πονάει. Όμως κάθε φορά που μυρίζει αναμνήσεις στο μπαλκόνι μου δεν χάνω την ευκαιρία να ζήσω ξανά για λίγο στο χθες. Τουλάχιστον να το απολαύσω όλο αυτό για όσο ακόμα θα υπάρχω σε αυτό το σπίτι που γνώρισα από την πρώτη στιγμή που γεννήθηκα.


Σας φιλώ γλυκά!