Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Ήρθαν και θρονιάστηκαν


"Όταν μια ομάδα πλανητών σου σπάνε τα νεύρα"
Ούτε έναν, ούτε δύο, ούτε τρεις αλλά πέντε, ναι πέντε,  ολάκερους πλανήτες κουβαλάω επάνω μου αυτές τις μέρες μαζί και ένα ολόγιομο φεγγάρι. Τι εννοείς δεν καταλαβαίνεις από αυτά? Δεν είναι δύσκολο να καταλάβεις, διότι και εγώ τώρα κατάλαβα. Θα σε βοηθήσω. Πώς είναι το φάσκελο όταν το ανοίγεις διάπλατα και μετράς πέντε τεντωμένα δαχτυλάκια να ορθώνονται ομπρός σου? Το χεις φέρει το φάσκελο στα μάτια σου? Κράτα το καλά τώρα για να καταλάβεις πως νιώθω αυτές τις μέρες. Όχι καλέ, δεν σε φασκελώνω, εξάλλου δεν μου έφταιξες και σε τίποτα εσύ.  Ίσα ίσα όλα τα άλλα μου φταινε και δεν μπορώ και με τίποτα να τα κουμαντάρω. Πνίγομαι!!

Τώρα καταλαβαίνω τον αγαπητό φίλο Αμερικλάνο με τα οοοοοομμμμμμ και τα ωωωωωμμμμμ του!! 

Πριν πεις οτιδήποτε σε προλαβαίνω. Όχι δεν ασπάστηκα ούτε την Πατέρα, ούτε την Μπήλιου ούτε την Μαντάμ Ζαΐρα! Δεν ασχολούμαι τόσο αναλυτικά με την αστρολογία και ούτε ξέρω ποιοι σκατοπλανήτες είναι αυτοί και από που και ως που επέλεξαν να κατσικωθούν επάνω από την ζωδιακή κεφάλα μου. Εγώ είμαι από εκείνες που μία στο τόσο διαβάζει τις προβλέψεις και ναι μπορώ να πω τις περισσότερες φορές τις έχω πιστέψει κιόλας. Ίσαμε εκεί όμως. Άλλο κεφάλαιο αυτό και το προσπερνάω. Παρ’ όλα αυτά, οι γνώσεις μου δεν έχουν φτάσει στο σημείο να ξέρω αν αυτοί οι πλανήτες είναι ανάδρομοι ή παράδρομοι ή εκτός τόπου και χρόνου. Αυτό που ξέρω μόνο είναι ότι υπάρχουν επάνω μου και με επηρεάζουν. Και αν κρίνω από τα γενόμενα των ημερών είμαι πλέον βεβαία πως με επηρεάζουν αρνητικά διότι αυτή η μικρή ομάδα πλανητών μου θυμίζει πολύ αυτούς τους μουσαφίρηδες που έρχονται στο σπιτάκι σου, απρόσκλητοι πάντα, στρογγυλοκάθονται στον ωραιότατο καναπέ σου, σου τα κάνουνε μπαλόνια και στο τέλος ξεχνάνε που είναι η εξώπορτα για να φύγουν.

Βρε τζους πουλάκι μου να ηρεμίσουμε και λιγουλάκι, τζους που σου λεω και τα νεύρα μου έχουν γίνει σφεντόνα! Ξεκούνα!

Το παλεύω τόσο καιρό, να είμαι ήρεμη. Και έτσι μου λεω σε καθημερινή βάση «ήρεμα μελοκάννελο μου, ήρεμα και μην εκνευρίζεσαι.. η αρνητικότητα και ο εκνευρισμός δεν οδηγούν σε κάτι...ηρέμησε καλό μου μην μου πάθεις τίποτα στο τέλος και θα πληρώνεις και γιατρούς η άνεργη... φάε μια σοκολατίτσα και σκέψου πεταλουδίτσες με λουλουδάκια και όλα θα πάνε καλά, θα το δεις». Και προσπαθώ η έρμη να ηρεμήσω, προσπαθώ, προσπαθώ, προσπαθώ.. και κάπου το βρίσκω, τρωω και την μία σοκολάτα μου, τρωω και την δεύτερη και την τρίτη, τρωω έναν σκασμό απο σοκολάτες και λιχουδιές- στο τέλος μου βγαίνουν και τύψεις από πάνω- και καταφέρνω να αφεθώ σε όμορφα συμβάντα της ζωής μου και ταξιδεύω σε αυτά. Και εκεί που είμαι σε μια κατάσταση νιρβάνα και χαίρομαι που όλα είναι τόσο όμορφα, να σου και οι μουσαφίρηδες από το πουθενά. Βγαίνω από τα ρούχα μου στο πιτς φυτίλι και φτάνω στο σημείο να θέλω να σπάσω ότι έχω και δεν έχω στο φτωχικό μου δωματιάκι- πλην του υπολογιστή γιατί χωρίς αυτόν δεν θα το αντέξω, σας το δηλώνω. Άσε δε που με ακούει το τετράγωνο απο τις φωνές. Και σε ρωτάω τώρα. Το ήθελα εγώ να βγω έξω από τα ήρεμα νερά μου που κολυμπούσα αμέριμνη και πλατσούριζα? Όχι δεν το ήθελα. Το ήθελα εγώ να νευριάζω κάθε τρεις και δύο και να ωρύομαι σαν την τρελή? Όχι δεν το ήθελα. Και αφού δεν το ήθελα γιατί γίνεται μου λετε? Θα σας πω εγώ.. οι καταραμένοι μουσαφίρηδες φταινε. Δεν δίνω άλλη εξήγηση.

Να φύγετε ρε, να πάτε αλλού! Δεν σας θέλω!

Γιατί όσο υπάρχετε κάνω ζημιές που πολύ φοβάμαι θα είναι και ανεπανόρθωτες και ούτε αυτό το θέλω. Μια χαρά λειτουργώ όταν είμαι στην ηρεμία μου και νιώθω όμορφα με εμένα και τις αποφάσεις μου. Δεν μπορώ να αναγκάζομαι να αποφασίζω με νεύρα και ούτε το θέλω γιατί ξέρω πως θα τα κάνω μαντάρα και μετά άντε να τρέχω να επανορθώνω, κάτι που επίσης μισώ αφάνταστα. Αυτα τα πισογυρίσματα είναι το χειρότερό μου. Άσε δε που δεν μπορώ να είμαι τόσο ευερέθιστη και να ενοχλούμαι με τόσα που βλέπω γύρω μου. Δεν λεω, τα γνωρίζω χρόνια όλα όσα γίνονται, δεν είμαι και στραβή. Όλα τα βλέπω και τα παρατηρώ. Πολλά με ενοχλούνε σε καθημερινή βάση. Αλλά μου αρέσει περισσότερο να κάνω την στραβή και να μην δίνω τόση σημασία, παρά να συγχύζομαι με τους πάντες και τα πάντα. Θα ρυτιδιάσω πριν την ώρα μου, το βλέπω σου λέω, σκάνε οι πρώτες ρυτίδες και λεφτά για κρεμούλες δεν περισσεύουν. Θα κατσικωθούν και αυτές και τότε να δεις νεύρα που θα αποκτήσω. Και αυτοί οι πλανήτες σε ησυχία δεν με αφήνουν σας λεω. Πρέπει να ξεκουμπιστούν σύντομα.

Και μην μου πείτε πως με το σεξ και το φαγητό και τις βόλτες όλα περνάνε και ξεχνιούνται διότι σας πληροφορώ αυτά είναι μπούρδες. Αν είναι κάτι να σε εξοργίζει με διάρκεια θα σε εξοργίζει με διάρκεια. Τελεία και παύλα Ούτε μην μου πείτε πως φταινε μόνο οι άλλοι, γιατί σίγουρα και εκείνοι κάποιους σκατοπλανήτες θα κουβαλάνε για να αλλάζουν από την μια στιγμή στην άλλη. Δεν εξηγείται σας λεω!!

Αρκετά σας είπα. Μην ξαφνιαστείτε αν η επόμενη ανάρτηση θα είναι για πεταλουδίτσες και ρυάκια κελαρυστά! Εκείνος είναι ο πραγματικός μου εαυτός. Ο σημερινός που είδατε είναι ένας μουσαφίρης και αυτός. Απλά από ότι βλέπω η επόμενη ανάρτηση θα αργήσει να έρθει. Εκτός και αν γίνει κανα θαύμα και ξαναβρώ την ηρεμία μου.

Ορέν ντουβάρ που λεει και ο αγαπημένος μπακαλόγατος!  



Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013

Έντεκα χρόνια για μια ζωή

"Γιατί μου χάριζες ζωή όταν άλλοι μου την στερούσαν"

Σε προηγούμενη ανάρτησή μου για το πρώτο μπλογκοβραβειάκι που απέκτησα μου ζητήθηκε να αναφερθώ στα πρώτα 11 στοιχεία του εαυτού μου που θα μου ερχόντουσαν στο μυαλό μου... και το έκανα με απίστευτη ευκολία σε αντίθεση με την πρώτη φορά που μου είχε ζητηθεί κάτι ανάλογο, καθώς το δύσκολο κομμάτι, το να εντοπίσω δηλαδή τα πιο σημαντικά και κύρια χαρακτηριστικά μου, είχε περάσει μέσα από την πρώτη ανάρτηση. Όμως αυτές τις μέρες στο μυαλό μου, που όλο τρέχει και χάνεται στο παρελθόν για έναν ανεξήγητο λόγο, έχω συνέχεια καρφωμένα εκείνα τα 11 χρόνια που πέρασαν από την ζωή μου τόσο όμορφα και «γεμάτα» που ποτέ στην ουσία δεν με έκαναν να νιώσω τον πραγματικό τους αριθμό.. 

Μοιάζει σαν να ήταν εχθές εκείνη η ημέρα.. Ας έχουν περάσει στην ουσία 14 ολόκληρα χρόνια από σήμερα, εκείνη η ημέρα μου μοιάζει σαν να ήταν εχθές.. Εκείνη η ημέρα σταθμός για τα 11 χρόνια που την ακολούθησαν, γιατί ήρθες και γέμισες την ζωή μου..

Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 1999, ξημερώματα
  
Βρέχει πολύ μα η βροχή δεν καταφέρνει να εμποδίσει τίποτα, παρά μόνο τους ξενυχτισμένους περαστικούς που επιστρέφουν στα σπίτια τους χωρίς ομπρέλα. Μαζί με την νέα μέρα που έρχεται και ξημερώνει ήρθες και εσύ και πήρες την πρώτη σου ανάσα. Παραμονή του Αγίου Βαλεντίνου και ήρθες μέσα στην τρελή χαρά για να προσφέρεις όση αγάπη μπορείς σε ετούτο τον κόσμο χωρίς να απαιτήσεις ποτέ το ελάχιστο. Από την πρώτη κιόλας ημέρα της ζωής σου καταφέρνεις να ξεχωρίσεις ανάμεσα στο πλήθος από πατουσάκια και ουρίτσες που σε περιτριγυρίζουν. «Διάλεξα το πιό ζωηρό! Ήταν το μόνο που έκανε σβούρες και χοροπηδούσε!» είχε πεί ο πατέρας μου όταν σε ξεχώρισε για να σε φέρει κοντά μας. Θύμιζες ζωή πριν καν την ζήσεις.

Ανήμερα της γιορτής των ερωτευμένων και ενώ βρισκόμαστε σε ένα συγγενικό γλέντι για αρραβώνα, το τηλέφωνό μας χτυπάει για να ενημερωθούμε για τον ερχομό σου. Απέναντί μου κάθεται ο πατέρας μου, αρκετά κοντά μου ώστε να καταφέρω να αποσπάσω κουβέντες από το στόμα του. Απαντάει στο τηλέφωνο και το μόνο που διακρίνω μέσα από τα γέλια του είναι τα εξης «Πότε? εχθές ξημερώματα? είναι όλα καλά? ωραία θα κανονίσουμε να βρεθούμε». Οι λέξεις αυτές μου εξάψανε την φαντασία μου αλλά όχι για πολύ. Το μυστήριο λύνεται σύντομα όταν ο πατέρας μου μας ανακοινώνει μετά απο λίγα λεπτά τον ερχομό σου στον κόσμο και στην οικογένειά μας. Η χαρά μου δεν περιγράφεται. Η μητέρα μου από την άλλη άκρη του τραπεζιού ρίχνει ένα δολοφονικό βλέμμα που προειδοποιεί και υπενθυμίζει πως δεν πρόκειται να γίνει τίποτα αν δεν δώσει εκείνη την τελική έγκριση.  

Η μητέρα μου, που ήταν ανέκαθεν επιφυλακτική και αρνητική στο συγκεκριμένο θέμα. Όσο ήμουν μικρή ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω τον πραγματικό λόγο για την στάση της αλλά με το πέρασμα του καιρού κατάλαβα. Όταν ήταν μικρή είχε νοσηλευτεί σε πολύ άσχημη κατάσταση και  η εξιστόρηση των όσων διαδραματίστηκαν στο σπίτι της με την γιαγιά μου να ανησυχεί για τον ενδεχόμενο θάνατο του παιδιού της, ηχούσαν στα αυτιά μου σαν ένα ακόμα παραμύθι με την κακιά μάγισσα που προσπαθεί να κάνει κακό στην πριγκίπισσα. Η αιτία, μου έλεγαν, ήταν οι γάτες που είχαν στο πατρικό της σπίτι. Στο παιδικό μυαλό μου, ο σταφυλόκοκκος, όπως μου λέγανε, και που είχε η μητέρα μου ήταν τα μάγια της κακιάς μάγισσας και η πριγκίπισσα ήταν η μητέρα μου. Το happy end του παραμυθιού και η επιβίωση της μητέρας μου ερχόταν για να ηρεμήσει τις άσχημες εικόνες που πλημμύριζαν το μυαλό μου. Όμως με τον καιρό κατάλαβα τον δισταγμό της, την ανησυχία της για τις δικές της πριγκίπισσες. Γιατί στην προσπάθειά της να εξορκίσει τα «κακά μάγια» κρατούσε αποστάσεις από κάθε ζωάκι. Τα αγαπούσε μεν αλλά απο μακριά.   Έναν μήνα μετά, και αφού είχαμε οικογενειακώς πείσει την μητέρα μου για το άκακο εγχείρημα, ο ερχομός σου ήταν πλέον οριστικός και δεδομένος. 

Την ώρα εκείνη που το μάθημα στην σχολή μου τελειώνει και συμμαζεύω όλα τα συμπράγκαλα από κανσόν, τέμπερες, χάρακες και χίλια άλλα δυο μικροσύνεργα, χτυπάει το κινητό μου. «Την έχουμε στο σπίτι, μην αργείς». Γκρεμοτσακίστηκα και τα μάζεψα όλα όπως όπως. Σε όλη την διαδρομή έφτιαχνα εικόνες με το μυαλό μου για την εμφάνισή σου. Ούτε που κατάλαβα για πότε έφτασα στην εξώπορτα του σπιτιού μου η οποία άνοιγε διάπλατα εμπρός μου συνοδευόμενη από το χαμόγελο της μητέρας μου. Και τότε σε αντίκρισα. Σε ένα μικρό χάρτινο κουτάκι, από αυτά τα κουτιά για τα γάλατα της Νουνού, ήσουν κουλουριασμένη και φοβισμένη. Το χρώμα σου σταρένιο σαν τον ήλιο, με λίγο άσπρο στο στήθος σου και ένα μαύρο χρώμα να τονίζει την μικρή σου μουσούδα και τα καφετιά σου μάτια. «Πουτανίτσα» σε αποκάλεσε η κτηνίατρος στην πρώτη σου επίσκεψη, γιατί είχες λεει τα μάτια σου σαν ζωγραφισμένα με μαύρο μολύβι. Σφίχτηκε η καρδιά μου που σε είδα τόσο μικρούλα και εύθραυστη και τρόμαξα για να σε αγγίξω. Σε χάιδεψα διστακτικά μετά από μερικά λεπτά και με κοίταξες λοξά για πρώτη φορά. Βαριανάσαινες και η καρδιά μου σφίχτηκε περισσότερο. «Μαμά, να την πάμε πίσω, είναι δυστυχισμένη».

Έξω έχει νυχτώσει. Κάθομαι ξαπλωμένη στο πάτωμα με όλα τα χρώματα και τα μολύβια και τα κανσον απλωμένα τριγύρω μου και προσπαθώ να σχεδιάσω, όπως συμβαίνει άλλωστε κάθε μέρα για τις καθιερωμένες εργασίες της σχολής μου. Όμως σήμερα μου είναι αδύνατον να συγκεντρωθώ. Απέναντί μου βρίσκεται το κουτάκι σου και εσύ ξαπλωμένη με το κεφάλι σου ακουμπισμένο στα μπροστινά σου ποδαράκια με κοιτάς και αναστενάζεις. Προσπαθώ να σου δώσω γάλα  με το μικρό μπιμπερό που μου προμήθευσαν για να σε φροντίζω αλλά μου γυρνάς το κεφάλι σου προς αντίθετη κατεύθυνση και κρατάς το στόμα σου επτασφράγιστο σνομπάροντας την κάθε μου προσπάθεια. Πεισμώνεις λες και θέλεις να πάψεις να ζείς. Ο τρόμος με κυριεύει. Θέλω να σε γυρίσω πίσω γιατί φοβάμαι πως θα χαθείς στα χέρια μου και αυτό δεν θα μπορέσω με τίποτα να το αντέξω. Χάνω λίγη ζωή απο την ζωή μου και μόνο στην σκέψη να χαθεί αυτό το μικρό πλάσμα. 

Οι ώρες περνάνε και γίνονται ολοένα πιο βασανιστικές για εμένα καθώς συνεχίζεις να αρνείσαι το οτιδήποτε. Δεν κάνεις ούτε βήμα και με κοιτάς με θλίψη μέσα απο τα «ζωγραφιστά» σου μάτια . Όμως η νύχτα προμηνύει κάτι απρόσμενο που θα συμβεί και θα μου δώσει και πάλι ζωή. Καθόμαστε όλη η οικογένεια στο τραπέζι και τρωμε φαγητό που έχουμε παραγγείλει, για την ακρίβεια οικογενειακές μερίδες με γύρο χοιρινό. Ενώ συζητάμε για το αν θα συνεχιστεί η παραμονή σου στο σπίτι μας, λες και διαισθάνεσαι τις προθέσεις μας, κάνεις τα πρώτα σου βήματα και βγαίνεις από το κουτάκι σου. Μπροστά στην μουσούδα σου απλώνεται λίγος γύρος μέσα από τα χέρια της μητέρας μου και εσύ πλησιάζεις. Ναι, το πρώτο σου φαγητό ήταν γύρος ωραιότατος και ξεροψημένος και όλοι σκάσαμε στα γέλια για το θέαμα που αντικρίζαμε. Διέφερες αισθητά από όλα τα αδερφάκια σου και μας το απέδειξες περίτρανα. Δεν έκανες χορτασμό με τον γύρο και έτσι απλά και όμορφα, χωρίς ιδιαίτερες προσπάθειες απο την μεριά σου, κέρδισες το εισιτήριο της παραμονής σου σπίτι μας, μα στην ουσία είχες κερδίσει την καρδιά μας. 

Από τότε ακολούθησαν μέρες, μήνες, χρόνια που μου έδωσες ζωή όταν άλλοι μου την στερούσαν. Μέσα από τις ζημιές και τα καμώματά σου ξαναγεννιόμουν. Όχι μόνο εγώ, όλοι όσοι σε γνώρισαν και σε αγάπησαν. Είχες αυτό το χάρισμα να χαρίζεις ζωή μόνο με ένα σου βλέμμα. Ακόμα και όταν τσακωνόμασταν οικογενειακώς εξαιτίας σου, εσύ στην ουσία μας έδινες ζωή. Στις βαρετές και ανιαρές μέρες έκανες την αταξία σου και μας έδινες και πάλι ζωή. Μας έδενες περισσότερο σαν οικογένεια γιατί ήσουν πάντα το επίκεντρό της, από την ώρα που έβγαινε ο ήλιος μέχρι την ώρα που έπαιρνε την θέση του στον ουρανό το φεγγάρι. Κάναμε πολλές προσπάθειες για να σε εντάξουμε στους ρυθμούς μας αλλά εσύ έκανες τις περισσότερες. Και το κατάφερες και αυτό με τόση ευκολία, μόνο μιλιά δεν είχες αποκτήσει για να μπορείς να μιλάς.. 

Ήθελες να ζήσεις μαζί μας. Φάνηκε από την πρώτη εκείνη ημέρα που βγήκες από το κουτάκι σου μέχρι την τελευταία στιγμή που χάθηκες. Ακόμα και όταν οι αρρώστιες σε ρίχνανε κάτω εσύ σήκωνες τα πόδια σου και περπατούσες. Ήθελες να συνεχίσεις να ζεις για να χαρίζεις ζωή. Και όταν ένιωσες πως θα κλέψεις ζωή με τον επερχόμενο χαμό σου, προτίμησες να φύγεις αθόρυβα, όταν όλοι είχαμε απομακρυνθεί και δεν είμασταν κοντά σου. Για να μην δούμε, για να μην χάσουμε ζωή και εμείς μαζί σου...

Μας χάρισες 11 χρόνια ζωής που ισοδυναμούν με άπειρα χρόνια αναμνήσεων γιατί ποτέ δεν θα σε ξεχάσουμε. Γιατί μέσα μας θα ξαναζούμε την κάθε ημέρα που μοιράστηκες μαζί μας ξανά και ξανά από την αρχή, σαν σε ταινία σε επανάληψη. 

Μας χάρισες έντεκα χρόνια για μια ζωή.

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Ένα ποδήλατο αναμνήσεις



Ένα ποδήλατο γεμάτο αναμνήσεις
Βγαίνω στην αυλή όπως κάθε φορά τόσα χρόνια και κοιτάζω τριγύρω μου. Με βλέμμα μελαγχολικό παρατηρώ ακόμα και τα δέντρα για να εντοπίσω το πόσο πολύ έχει αλλάξει το τοπίο. Έτσι απλά, απο την μια στιγμή στην άλλη και πριν καν το συνειδητοποιήσω, όλα αλλάζουν. Παντού έχει ξεφυτρώσει και μια νέα καμινάδα, μία νέα κεραμιδένια στέγη, μια νέα πλακόστρωτη αυλή. Όμως για ακόμα μια φορά έχω συντροφιά μου την ίδια γαλήνη που έχω κάθε φορά που επιχειρώ αυτή την μικρή έρευνα. Κάνω βόλτες γύρω από το σπίτι για να ρίξω ματιές παντού, να δω αν όλα είναι στην θέση τους, όπως τα άφησα την τελευταία φορά που βρέθηκα εδώ. Κοντοστέκομαι απέναντι από το υπόστεγο και καρφώνω το βλέμμα μου εκεί, ασυναίσθητα. Ανάμεσα σε έναν σωρό από ξύλα, δίπλα σε παλιοσίδερα και σαβούρες στέκεται  σκουριασμένο, ταλαιπωρημένο, εγκαταλειμμένο. Νιώθω το κάλεσμα του (παρα)πόνου που το παρατήσαμε εκεί, μόνο του, σε έναν αργό θάνατο, στο πέρασμα του χρόνου. «Θυμάσαι?» είναι σαν να μου λεει με θλίψη. Αναστενάζω με λύπη και το μυαλό μου τρέχει πίσω, την πρώτη φορά που το αντίκρισα, την πρώτη φορά που με μάγεψε με την ομορφιά του. 

Θυμάμαι..

Κάθομαι στην αυλή με τα πόδια σταυρωμένα σαν φακίρης και με τα μάτια διάπλατα και γουρλωμένα.  Με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλια μου περιεργάζομαι αυτό το νέο απόκτημα που μόλις «πάρκαραν» στις μαύρες πλάκες του σπιτιού. Ένα ποδήλατο!! Ένα ποδήλατο μεγάλο, ροζ, με ολόλευκη σέλα και ολόλευκο ψάθινο καλάθι, άσπρα λάστιχα, και ένα μεταλλικό στρογγυλό κουδουνάκι στο τιμόνι. Το περιεργάζομαι για ώρες με τα μάτια μου, το μελώνω, και δεν τολμώ ούτε να το αγγίξω για να μην το ρίξω κάτω από την ατζαμοσύνη που κουβαλάω και το χαλάσω. Δεν είναι δικό μου απόκτημα μα το νιώθω ήδη σαν δικό μου. Διασχίζω ήδη τους δρόμους του μυαλού μου καβάλα σε αυτό το ποδήλατο. Το ζήλεψα πολύ από την πρώτη στιγμή, γιατί εγώ ποδήλατο δικό μου δεν είχα, πάντα «δανειζόμουν» τα άλλα ποδήλατα που ανήκαν στην οικογένεια, όπως εκείνο το κίτρινο BMX που είχε αποκτήσει η αδερφή μου και όλο το ζητούσα μα δεν με άφηναν, γιατί ήμουν μικρή λεει και δεν είχε βοηθητικές ρόδες. Ώσπου και εγώ μια μέρα από πείσμα το βούτηξα και στην πρώτη πεταλιά γκρεμοτσακίστηκα. Μετά την κατσάδα που έφαγα συμβιβάστηκα στο να μου βάζουν βοηθητικές για να μπορώ να το παίρνω και να με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά. Τώρα, μπροστά μου, ακόμα μια φορά ο πειρασμός, μα είμαι μεγάλη πια και ξέρω πως μπορώ να το κουμαντάρω, χωρίς βοηθητικές και χωρίς κοροϊδίες.

-Έλα πάμε να κάνουμε βόλτα!! Ε, Τι κάθεσαι και το κοιτάς! Πάμε να το κατεβάσουμε στον δρόμο!

Με σκούντηξε δυνατά η ξαδέρφη μου και συνήλθα από την μαγεία της στιγμής. Η ξαδέρφη μου η συνονόματη, με το καρέ μαλλί, το τσουλούφι κοκοράκι και τα στραβά μπροστινά δοντάκια. Η ξαδέρφη μου με την αγορίστικη σιλουέτα που πάντα με ζήλευε και κοκορευόταν για τα παιχνίδια της αλλά πάντα επεδίωκα την παρέα της. Καθόλου δεν μου έμοιαζε, σε τίποτα. Μία ηλικία βλέπεις και οι δύο και πάντα το έβλεπε ανταγωνιστικά απέναντί μου ακόμα και όταν μεγαλώσαμε. Δεν άντεχε ούτε το γεγονός ότι δίπλα από το όνομά μας για να μας ξεχωρίσουν εγώ είχα την λέξη «Μεγάλη» και εκείνη την λέξη «Μικρή». Η διαφορά μας ήταν μόλις δυόμισι μήνες και είμαι σίγουρη πως ακόμα και μέσα από την κοιλιά της μητέρας της θα είχε σκάσει από την ζήλια της που δεν πρόλαβε να γεννηθεί πρώτη. 

Το ποδήλατο αυτό το ζήλεψα πολύ, γιατί θα ήθελα να είναι ένα ποδήλατο όλο δικό μου και να μπορώ και εγώ μια φορά να το δείξω στους φίλους μου με καμάρι. Όμως, το χάρηκα όσο δεν φαντάζεσαι, σαν να ήταν δικό μου. Με την κάθε ευκαιρία το άρπαζα και βρισκόμουν στον δρόμο, με συνοδεία πάντα. Το ποδήλατο είχε ταξιδέψει από την Αθήνα για να παραμείνει στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, το σημείο σταθμός για όλα τα πρωτοξάδερφα που περνούσαμε τα καλοκαίρια μας εκεί. "Να το έχετε να κάνετε βόλτες", είχε πει η θεία μου με την χαμογελαστή και συνάμα τσιριχτή φωνή της. Και έτσι το ποδήλατο αυτό πάντα στεκόταν εκεί στο υπόστεγο και μας περίμενε, κάθε φορά σκονισμένο μα πάντα όμορφο, για να το πλύνουμε με το λάστιχο και να το ταξιδέψουμε στους δρόμους του χωριού συντροφιά με τα γέλια μας. Ήταν το δικό μας μεταφορικό μέσο για να πηγαίνουμε από την μία άκρη του χωριού έως την άλλη χωρίς να μπορεί να μας πει κανένας τίποτα, χωρίς κατσάδιασμα από τους γονείς μας. "Έχουν το ποδήλατο να ασχολούνται", λέγανε με γέλια οι δικοί μας που θέλανε και λίγο την ηρεμία τους. Και έτσι φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε μόλις νύχτωνε, χορτασμένες από βόλτα και κατακουρασμένες από τις πεταλιές που ρίχναμε για να το επιστρέψουμε πίσω. 

Το καβαλούσαμε και οι δυο μας, πότε εγώ με την ξαδέρφη, πότε με την αδερφή μου, πότε με την αδερφή της. Πάντα ήμασταν δύο, ποτέ ένας μόνος του. Στις κατηφόρες ήταν το ωραίο. Ανεβαίναμε και οι δύο, η μία καθιστή και η άλλη όρθια και αφήναμε να γλιστρήσει στον δρόμο με φόρα. Τέντωνα τα πόδια και τα χέρια μου και ένιωθα τον αέρα να με διαπερνάει και πότε πότε φώναζα να έχει και το νου της να πατήσει φρένο μην βρεθούμε στις χωραφιές και γκρεμοτσακιστούμε. Χτυπούσαμε και το κουδουνάκι του για να γίνεται αισθητή η παρουσία μας και τα γέλια μας ακούγονταν σε όλο το χωριό. Οι ανηφόρες όμως ήταν το πραγματικό ζόρι. Εκεί τσακωνόμασταν ποιος θα κάνει πετάλι να κουβαλήσει τον άλλον. Ήταν βλέπεις και το σπίτι της γιαγιάς τέρμα θεού, στον λόφο! Και όταν δεν είχαμε δυνάμεις να σηκώσουμε βάρος, πάντα ο ένας επέστρεφε με τα πόδια. Την λύση την είχαμε βρει και σε αυτό φυσικά, την μία μέρα θα έκανε πετάλι η μία, την άλλη μέρα η άλλη και έτσι όλοι έμεναν ευχαριστημένοι. Κάθε φορά που ερχόταν η σειρά μου είχα μούτρα στην επιστροφή γιατί μπορεί η ξαδέρφη να ήταν πούπουλο αλλά δεν μου άρεσε καθόλου που έριχνα εγώ το ζόρι της ανηφοριάς αντί να απολαμβάνω την διαδρομή όπως έκανε εκείνη. 

Όμως με τον καιρό αυτό το ποδήλατο ήρθε να μας δέσει σε κάτι ακόμα, κάτι πολύ πιο ισχυρό σε αναμνήσεις, από ότι οι απλές καθημερινές μας βόλτες. Όταν η γιαγιά δεν μπορούσε να πηγαίνει η ίδια το μεσημεριανό φαγητό στον πατέρα της, που βρισκόταν το σπίτι του μες στο χωριό και μακριά από το δικό της, αναλάβαμε εμείς με το ποδηλατάκι μας να του το πηγαίνουμε. Έτσι, κάθε μεσημέρι στις 12 ακριβώς το φαγητό έπρεπε ήδη να βρίσκεται στο τραπέζι του παππού, διαφορετικά αν αργούσαμε δέκα λεπτά ο παππούς έφτιαχνε ένα τσάι με φρυγανιές και έτρωγε και μας αγριοκοίταζε που τον αφήσαμε νηστικό. Είχε τα χάπια του να παίρνει στην ώρα του και σε αυτό ήταν πάντα τυπικός. Για εμάς πλέον ήταν το άγχος μας να τον προλαβαίνουμε καθώς μας τόνιζε η γιαγιά συνέχεια να μην χαζολογήσουμε στον δρόμο και αργήσουμε.

«Μην αργήσετε και μείνει νηστικός!! Έχει και τα χάπια του και ποιος τον ακούει μετά!!»

Είχαμε την μικρή μας αποστολή κάθε μέρα και αυτό μας άρεσε πολύ. Βάζαμε το αχνιστό ταπεράκι με το φαγητό στο ολόλευκο καλαθάκι μας και τα  ποδαράκια μας παίρνανε φωτιά για να προλάβουμε τον παππού. Χτυπούσαμε και το κουδουνάκι ανά διαστήματα, σαν αστείο, ότι τρέχουμε να προλάβουμε και να προειδοποιήσουμε τυχόν αμάξια που θα βρίσκονταν στον δρόμο μας.  Για την ακρίβεια, τρέχαμε να προλάβουμε τον προπάππου μας. Γιατί είμαι από τα τυχερά εγγόνια που γνώρισαν δύο προπαππούδες και μια προγιαγιά και μάλιστα μέχρι μεγάλη ηλικία. Και τους αγαπήσαμε όλους, καθέναν για τον ξεχωριστό χαρακτήρα του. Όμως ο προπάππους ο Βασίλης ήταν ο πιο αγαπητός μας. Θες γιατί τον χάσαμε νωρίτερα από ότι περιμέναμε, θες γιατί είχε έναν απίστευτο χαρακτήρα και μια πάστα ανθρώπου ιδιότροπη μεν αλλά που πλημμύριζε από κύρος? Ίσως όλα αυτά μαζί.

Με το καπελάκι του το ατσαλάκωτο, το γιλεκάκι το γκρι, το ρολόι τσέπης με την αλυσιδίτσα του, το μαντηλάκι στο πέτο και πάντα με το κουστούμι ατσαλάκωτο και αυτό. Πάντα ευγενικός, με τρόπους, κινούσε κάθε μέρα για την πλατεία του χωριού και όλοι τον καμαρώνανε. Και έκλεβε και ένα λουλουδάκι από τον κήπο για να το μυρίζει σε όλη την διαδρομή. Δεν θυμάμαι άλλον να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο χωριό. Αρνιόταν να ενταχθεί στο όλο κλίμα του χωριού και κρατούσε πάντα την φινέτσα της πόλης. Είχε τις ιδιοτροπίες του με το φαγητό, ήθελε να είναι όλα στην ώρα τους. Αλλά όταν καθόμασταν μαζί του πάντα μας έλεγε ιστορίες από την ζωή του, πάντα μας αγκάλιαζε, σαν να ήμασταν δικά του παιδιά. Και όποτε ήξερε ότι φτάναμε από Αθήνα για τις καθιερωμένες διακοπές φρόντιζε πάντα στο κελάρι και στο ψυγείο του να υπάρχουν γυάλινα μπουκάλια με αναψυκτικά για να μας προσφέρει. Να μην μας λείψει τίποτα. 

Ναι τον αγαπήσαμε πάρα πολύ τον προπάππου τον Βασίλη, και αυτή την μικρή αποστολή μας την εκτελούσαμε με προσοχή και χαρά γιατί ξέραμε πως είναι μια ευκαιρία ακόμα για να τον συναντήσουμε, για να κάτσουμε δίπλα του και να μας πει τις ιστορίες του. Για να πιούμε ένα ακόμα αναψυκτικό και να ξεδιψάσουμε από την διαδρομή και για να μας δώσει χαρτζιλίκι να πάρουμε παγωτό. Επτά δισέγγονα είχε και ποτέ δεν ξεχώρισε κανένα, ποτέ δεν μας έλειψε τίποτα. Τον αγαπήσαμε πάρα πολύ, περισσότερο και από τους γονείς μας. Ακόμα και όταν μας γκρίνιαζε που αργήσαμε να του πάμε φαγητό εμείς του χαμογελούσαμε και προσπαθούσαμε να τον πείσουμε να φαει. 

Έτσι το ροζ ποδηλατάκι μας με τα χρόνια εκτελούσε μόνο αυτή την διαδρομή. Σταματήσαμε τις υπόλοιπες βόλτες γιατί και μόνο αυτή η βόλτα για όλη την ημέρα αρκούσε. Το είχαμε μόνο για να πηγαίνουμε το ζεστό ταπεράκι με το άγχος της ώρας να μην αργήσουμε. Ώσπου ήρθε η στιγμή που κανείς δεν περίμενε και ο προπάππους χάθηκε. Ένα βράδυ, έτσι ξαφνικά. Και το σπίτι του ρήμαξε με τον χρόνο και τώρα στέκεται και αυτό μόνο του σε έναν θάνατο αργό. Όπως και το ποδηλατάκι μας. Έμεινε ακινητοποιημένο στο υπόστεγο γιατί κανείς μας δεν ήθελε να το ξαναπάρει βόλτα. Είχε μείνει η ανάμνηση της αποστολής η οποία κόπηκε έτσι ξαφνικά. Γιατί κάθε φορά που το κοιτούσαμε βλέπαμε το τάπερ να αχνίζει στο καλαθάκι του και ο προπάππους ο Βασίλης που μας περίμενε να μας γνέφει από το παραθύρι του. Έμεινε το ποδηλατάκι να αργοπεθαίνει και αυτό στο υπόστεγο.

Πλέον το ποδηλατάκι το κάποτε ροζ και αστραφτερό, που κάποτε μας κουβαλούσε επάνω του, κουβαλάει μόνο αναμνήσεις που θα μείνουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας, όσα χρόνια και να περάσουν..  


Σας φιλώ γλυκά.


** Αφιερωμένο στις ξαδέρφες μου και τα κοινά μας παιδικά χρόνια με εκείνο το ποδηλατάκι.. Και μόλις ενημερώθηκα απο την μητέρα μου (κάποιες ώρες μετά την ανάρτηση) οτι ο προπάππους Βασίλης πέθανε Φεβρουάριο του 1995, τέτοιες μέρες περίπου.. ίσως να μην είναι τόσο τυχαίο που σήμερα ήρθε στην σκέψη μου.. 
 

Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Με τις βαλίτσες της ψυχής μας

"Ολοι κουβαλάμε τις αποσκευές μας"


«Την βαλιτσούλα σου και δρόμο»

Πόσες φορές δεν ακούσατε και ίσως ξεστομίσατε την συγκεκριμένη έκφραση? Εγώ σίγουρα την έχω ακούσει άπειρες φορές στην ζωή μου - εξηγώ πως δεν έχει ειπωθεί σε εμένα προσωπικά, τουλάχιστον όχι από όσο γνωρίζω - και την έχω πει πάρα πολλές φορές στον εαυτό μου - χωρίς να με ακούσουν - όλες εκείνες τις στιγμές της ζωής μου που έκρινα πως ήρθε η ώρα τελικά να τα μαζέψω και να φύγω.

Μπορώ να πω με βεβαιότητα και σίγουρα θα συμφωνήσετε και εσείς πως στην κυριολεκτική της απόδοση η συγκεκριμένη έκφραση δεν κρύβει γενικότερα καμία αρνητική σημασία μιας και τι πιο απλό και όμορφο από το να φτιάξεις μια βαλίτσα για να κάνεις ένα όμορφο ταξίδι. Υπάρχουν και εξαιρέσεις φυσικά όπως το να κάνεις ένα ταξίδι για άσχημο σκοπό, αλλά ας μην επεκταθούμε σε αυτό. Με αυτή την ανάρτηση όπως θα έχετε ήδη καταλάβει δεν θα σταθώ στην κυριολεξία της έκφρασης αλλά στην μεταφορά της. Οπότε αγαπημένε μου πιγκουίνε μην χαρείς, δεν θα μιλήσω για ταξιδάκια! Το αφήνω αυτό επάνω σου που το κάνεις και τόσο ωραία άλλωστε και μπράβο σου!!!

Πείτε μου λοιπόν, όταν σας πει κάποιος «την βαλιτσούλα σου και δρόμο» δεν καταλαβαίνετε με την μία ότι σας διώχνουν και ότι δεν είστε πλέον επιθυμητός? Ειδικά αν έχει προηγηθεί καυγάς! Είναι κάτι αντίστοιχο της έκφρασης «τα κουβαδάκια σου και σε άλλη παραλία». Και μην μου πείτε τώρα πως υπάρχει άνθρωπος που απάντησε «Πάμε ταξιδάκι αγάπη μου? Τι καλά!» γιατί θα πηδηχτώ και εγώ από το παράθυρο!! Επομένως, το να σου λένε με αυτό τον χαριτωμένο τρόπο ότι δεν σε θέλουν πια αν μη τι άλλο δεν είναι διόλου ευχάριστο. Εκτός και αν το να φύγετε είναι κάτι που θέλατε να κάνετε από μόνοι σας αλλά σας πρόλαβαν οπότε μαζί με την βαλίτσα οργανώνετε και ένα πάρτυ με σαμπάνιες και καναπεδάκια πριν κλείσετε την εξώπορτα!! Γιούπιιιιιι  

Άντε και σας το λένε και με ή χωρίς πάρτυ, σαμπάνιες και καναπεδάκια ετοιμάζεστε για να πάρετε δρόμο. Όταν συγκατοικείς βρε παιδί μου είναι εύκολο το θέμα, διότι ξέρεις πως αυτό που σίγουρα εννοεί ο άλλος με τον όρο «βαλίτσα» είναι όλα σου τα υπάρχοντα, και όταν λέμε όλα εννοούμε όλα. Ακόμα και την οδοντόβουρτσά σου! Και σου ανοίγω μια παρένθεση εδώ και σου τονίζω, μην τολμήσεις και ξεχάσεις τίποτα απολύτως πίσω σου διότι θα το μετανιώσεις πικρά, εκτός και αν θέλεις να κρατήσεις πάρε δώσε και κάθε μέρα να βρίσκεις αφορμές για να ξαναβρίσκεστε! Ας πρόσεχες, εγώ σε προειδοποίησα να τα μαζέψεις όλα!! Προσωπικά δεν στο συνιστώ καθόλου διότι είναι ψυχοφθόρο και κλείνω την παρένθεση εδώ. Ετοίμασε λοιπόν την ρημαδοβαλίτσα και όλα ή τα μισά συμπράγκαλά σου και δρόμο! Το συντομότερο! Στην περίπτωση που δεν συγκατοικείς είναι και πολύ πιο πιθανό να ακούσεις αυτό με τα κουβαδάκια παρά αυτό με την βαλίτσα οπότε τι να αναλύσουμε τώρα? Εγώ ένα σου λέω μόνο, πως η βαλίτσα είναι το ίδιο με τα κουβαδάκια! (Τι εννοείς πως δεν είναι? Είναι σου λέω και μην επιμένεις!!)

Όμως αγαπητέ μου αναγνώστη, δεν έχεις καταλάβει ότι μαζί με την βαλιτσούλα μας δεν πάνε πακέτο μόνο τα ρούχα, τα κατσαρολικά, οι οδοντόβουρτσες και τα σεμεδάκια της μαμάς που μας τα φόρτωσε με το ζόρι για να χαρεί που οι κόποι της πιάσανε τόπο και ας μην τα χρησιμοποίησες και ποτέ-αρκεί που τα πήρες!! Πάμε πακέτο και εμείς οι ίδιοι και όλα όσα κουβαλάμε μέσα μας στην ψυχή μας. Είτε αδειάζεις βαλιτσούλα να εγκατασταθείς (μεταφορικά να ξεκινήσεις μια καινούργια σχέση) είτε γεμίζεις βαλιτσούλα για να φύγεις (μεταφορικά να διακόψεις μια υπάρχουσα σχέση) εσύ πάντα θα κουβαλάς μέσα σου βιώματα και συναισθήματα. Όχι δεν θα είναι για μια ζωή τα ίδια, αυτά με τον καιρό αλλάζουν, πάνε πακέτο με τα όσα βιώνεις μέσα από κάθε νέα κατάσταση. Επομένως, όσο περισσότερα βιώνεις τόσο περισσότερα και τα μπαγκάζια της ψυχής σου. Και αν δεν είσαι και ο Σουγκλάκος πίστεψέ με δεν θα την βγάλεις καθαρή!

Στην προηγούμενη ανάρτησή μου αναφέρθηκα στις φοβίες μου. Άνοιξα βαλιτσούλα και σας είπα τρεις από τις φοβίες που έχω. Και ναι, δεν τις είχα από γεννησιμιού μου, τις απέκτησα στην πορεία και όσο περνάει και ο καιρός ενισχύονται όλο και περισσότερο μέσα μου. Φυσικά κουβαλάω και εγώ και άλλα πολλά μπαγκάζια, τα οποία μαζεύτηκαν από κάθε είδους σχέση (αποτυχημένη συνήθως) που είχα, είτε ερωτική είτε φιλική είτε ακόμα και αδερφική. Δεν θα σας τα αναφέρω γιατί θα μας πάρει η επόμενη μέρα και θα οδηγήσει και αλλού η συζήτηση.

Σημασία έχει να κατανοήσουμε τα μπαγκάζια μας, το περιεχόμενο της ψυχής μας. Αυτό κράτα λοιπόν και σε αυτό δώσε βάση. Πρέπει να καθίσουμε να σκεφτούμε όλα όσα κουβαλάμε μέσα στις βαλίτσες της ψυχής μας ώστε να γνωρίζουμε καλά τι πρέπει να ξεφορτωθούμε στην επόμενη μετακόμιση (σχέση) και τι όχι. Γιατί σε κάθε μετακόμιση (σχέση), και για να το θέσω πιο σωστά σε κάθε συμβίωση-συνύπαρξη, θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι και ο "συγκάτοικός" μας έχει τα δικά του "μπαγκάζια". Και όπως σε μια μετακόμιση κανονίζεις από πριν τον χώρο τον διαθέσιμο για να απλώσεις τα ρούχα σου και να βάλεις το ψυγείο σου και τον καναπέ σου και κάνεις τα κουμάντα σου, έτσι θα πρέπει να υπολογίζεις τον διαθέσιμο χώρο για να απλώσεις τα βιώματα σου χωρίς να πνίγεις τον άλλον που βρίσκεται δίπλα σου. Πέταμα η "σαβούρα" και τα μη απαραίτητα!!

Όχι δεν είναι εύκολο να το οργανώσεις όλο αυτό μόνος σου, το κατανοώ πως μερικές φορές δεν μπορείς μόνος. Δεν αρκεί απλά να γνωρίζεις τι κουβαλάς μέσα σου, πρέπει να έχεις πάνω από όλα θέληση για να κάνεις ξεκαθάρισμα. Όταν πια το αποφασίσεις και το θελήσεις χρειάζεται να έχεις και μια βοήθεια, η οποία σίγουρα θα πρέπει να έρθει από τον άνθρωπο που θα βρίσκεται δίπλα σου, τον άμεσα ενδιαφερόμενο. Και όπως εκείνος θα είναι σε θέση να βοηθήσει εσένα έτσι θα πρέπει και εσύ να είσαι σε θέση να βοηθήσεις εκείνον. Αυτά πρέπει να είναι πάντα διπλής κατεύθυνσης. Διαφορετικά τζίφος η κατάσταση. Δεν είναι κάτι εύκολο όλο αυτό, το αναγνωρίζω, για αυτό χρειάζονται και δυνατά κίνητρα. Για εμένα μετά την θέληση δεν υπάρχει δυνατότερο κίνητρο από την αγάπη. Αρκεί να γνωρίζεις την πραγματική της έννοια γιατί έχω δει πολλούς που την μπερδεύουν με τον έρωτα. Και αυτό είναι επίσης ένα άλλο θέμα για άλλη ανάρτηση.Δεν μπορώ να τα αναλύσω όλα σήμερις!! Δεν το σπούδασα κιόλας και όπως καταλαβαίνεις μου είναι δύσκολο. Πάω βάση της δικιάς μου άποψης και φυσικά μπορείς και να διαφωνήσεις. 

*
*
*

 Αυτό το ήρεμο και βαθυστόχαστο (τρομάρα μου) βράδυ καταλήγω στο συμπέρασμα πως σε κάθε είδους συμβίωση-συνύπαρξη θα πρέπει να επιλέγουμε για βοηθό μας - bell boy - ξεκουβαλητή - φορτωτή - εκφορτωτή -  πες το όπως θες, τον άνθρωπο εκείνο που θα μας αγαπάει αρκετά ώστε να είναι πρόθυμος να βοηθήσει με το ξεπακετάρισμα των αποσκευών μας δηλαδή το ξαλάφρωμα της ψυχής μας. Άλλοι βέβαια προτιμάνε να πληρώνουν για να "ξεπακετάρει" ο ψυχολόγος τους. Εντάξει, όπως βολεύεται ο καθένας, το αποτέλεσμα μετράει. Πρέπει να βρίσκουμε τρόπους να ξαλαφρώνουμε από περιττά βάρη που κουβαλάμε μέσα μας! Διαφορετικά το μόνο που θα πετυχαίνουμε κάθε φορά θα είναι να φορτωνόμαστε στην καρότσα μας ολοένα και περισσότερα μπαγκάζια. Και αυτό δεν το θέλουμε νομίζω, έτσι δεν είναι? Γιατί να αποκτήσουμε μεγαλύτερη καρότσα δεν γίνεται, σας το υπογράφω, οπότε κάποια στιγμή θα κλατάρουμε. Και άντε μετά να τρέχεις για service.. 

Σας φιλώ γλυκά 


Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2013

Βραβειάκι με φόρα!!


Να που ήρθε και το πρώτο βραβειάκι μου και μάλιστα είς διπλούν (με φόρα που λέμε) απο τις αγαπημένες μου Ματίνα (paliokoritso) και Ιωάννα (Ayten Aydan)!!

Διπλό ευχαριστώ λοιπόν και στις δύο σας που με τιμήσατε με αυτό το όμορφο βραβειάκι το οποίο ομολογώ πως ταιριάζει πολύ στο μπλογκ μου και θα το μοστράρω δίπλα για να φαίνεται και νας σας θυμάμαι!  Δεν μπορώ να κάνω τίποτα άλλο παρα να αφιερώσω αυτή την ανάρτηση και στις δυό σας!

Μαζί με το βραβειάκι έρχονται και δύο "κανόνες",  να σας πω 11 πραγματάκια για τον εαυτό μου και να δώσω με την σειρά μου αυτό το βραβειάκι σε 11 blog της αρεσκείας μου. Επειδή λίγο πολύ είδα οτι τα περισσότερα blog που διαβάζω το έχουν ήδη παραλάβει, εγώ λέω να το αφιερώσω σε όλους όσους με διαβάζουν και με ακολουθούν έως σήμερα και το εκτιμώ αφάνταστα. Είναι δικό σας λοιπόν απο την καρδιά μου και θα χαρώ πολύ να δω ανάλογη ανάρτηση για να σας γνωρίσω καλύτερα.

Για εμένα έχω γράψει σε παλιότερο παιχνιδάκι στην ανάρτηση που μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Οπότε σήμερα απλά θα σας πω έτσι συνοπτικά τα πρώτα που μου έρχονται στο μυαλό μου..

1. Μου αρέσουν πάρα πολύ τα ταξίδια. Όνειρό μου να μπορέσω να επισκεφτώ όσες περισσότερα μέρη γίνεται. Με συνοδεία φυσικά!

2. Μου αρέσει η φωτογραφία και η μουσική. Όχι δεν είμαι καλή ούτε να τραβάω φωτογραφίες ούτε να τραγουδάω. Μου αρέσει και ο χορός, αλλά δεν με λες και Gene Kelly.

3. Ένα απο τα όνειρά μου είναι ένα σπιτάκι στην εξοχή να ζώ με τον άντρα μου και τα παιδιά μου σαν μια μεγάλη ευτυχισμένη οικογένεια και να τα απολαμβάνουμε να παίζουν στον κήπο μας. Φυσικά να έχω και κανένα σκυλάκι που τόσο λατρεύω.

4. Λατρεύω να ψωνίζω ρούχα αλλά δεν με λες και shopping maniac. Όταν έχω θα πάρω αυτό που πρέπει και χρειάζεται. Όταν παραέχω συνήθως καταλήγω να αγοράζω παπούτσια και αξεσουάρ, ακόμα και αν δεν χρειάζονται. Η μάνα μου με λεει σαρανταποδαρούσα.

5. Με την μαγειρική τα πάω πολύ καλύτερα απο ότι την ζαχαροπλαστική. Όπως επίσης συμβαίνει και στις επιλογές μου, προτιμώ το φαγητό απο το γλυκό. Όπως προτιμώ και τα λαδερά απο τα κρεατικά. Μεταξύ λαδερού και ζυμαρικού όμως να ξέρεις θα πέσω με τα μούτρα στο ζυμαρικό.

6. Προτιμώ την ζέστη απο το κρύο. Όμως αν έχω μια ζεστή αγκαλιά θα λατρέψω και τους -20 που θα έχει έξω και ας είμαστε και αποκλεισμένοι. Η καλύτερή μου, ειδικά αν υπάρχει και τζάκι.

7. Σε γενικές γραμμές είμαι σπιτόγατα. Κοίτα να δείς τελικά που τίποτα δεν είναι τυχαίο σε αυτη την ζωή (διαπίστωση της στιγμής).

8. Αποκτώ πολύ πιο εύκολα κιλά απο ότι τα χάνω. Δεν παύω να αγωνίζομαι για αυτό. Έχω αποδεχτεί οτι θα συμπορευτώ με τα καπούλια μου για το υπόλοιπο της ζωής μου.

9. Απο μικρή στον αθλητισμό πάντα με συγκινούσε οτιδήποτε περί αθλητισμού. Το ότι δεν έγινα μέλος γνωστής ομάδας βόλλει το οφείλω στην μάνα μου και τις φοβίες της(θα στο κοπανάω μια ζωή να το ξέρεις μανούλα).Τα τελευταία χρόνια τα έχω παρατήσει και στόχος μου να επανέλθω σύντομα.  

10. Μερικές φορές όταν αρχίζω δεν σταματάω.. με λες πάρλα και γελάω γιατί το νιώθω όταν συμβαίνει.Για την ακρίβεια με λες παρλαπίπα, ελπίζω να μην υπονοείς τίποτα αλλο!!Να ξέρεις όμως, έχω πάντα ανοιχτά τα αυτιά μου και ακούω. Όπως και τα μάτια μου και βλέπω. Το νού σου.

11. Τρείς οι φοβίες μου. Η μεγαλύτερη φοβία μου ο θάνατος. Ειδικά για τους ανθρώπους που αγαπάω. Μετά έρχεται  η μοναξιά. Δεν θέλω να γεράσω μόνη μου. Τελευταία στην σειρά η δυστυχία. Θέλω να φτάσω έως το τέλος ευτυχισμένη.


Σας φιλώ γλυκα!!


Παρασκευή 15 Φεβρουαρίου 2013

Οι φίλοι μου



 "Όλα τα παιδιά έχουν ανάγκη από την ίδια αγκαλιά, το ίδιο χαμόγελο, τα ίδια παιχνίδια, την ίδια αντιμετώπιση από όλους μας."


 «Κάθε μέρα ξυπνάω από τον ήχο που κάνουν τα μηχανήματα και από τον ήλιο που τρυπώνει στο δωμάτιο και  ζεσταίνει το πρόσωπό μου. Δεν μοιάζει με το δωμάτιό μου αλλά συνήθισα. Ανοίγω τα μάτια μου και το πρώτο πράγμα που αντικρίζω είναι η μητέρα μου να μου χαμογελάει και να μου χαϊδεύει το χέρι. Πόσο αγαπάω το χαμόγελό της! Μου κάνει την ίδια ερώτηση κάθε μέρα, αν κοιμήθηκα καλά, και ένας δίσκος με το πρωινό με περιμένει ήδη στην άκρη του κρεβατιού μου. Τέτοια ώρα στο σπίτι μας θα μου φώναζε να τρέξω να προλάβω το σχολικό και εγώ θα γελούσα με τις φωνές της και θα την κορόιδευα μιμούμενος την τσιριχτή φωνή της.

Αυτό το σχολείο!! Ένα περίεργο πράγμα, τότε δεν ήθελα καν να διαβάζω και τώρα μου έχει λείψει το διάβασμα και οι δάσκαλοι που με φώναζαν στον πίνακα να λύσω την άσκηση που είχα αμελήσει να μελετήσω. Και οι φίλοι μου, πόσο μου έχουν λείψει και αυτοί!! Τέτοια ώρα θα παίζαμε και θα γελούσαμε στο προαύλιο. Ο Νίκος θα με πείραζε για τα μαλλιά μου που δεν λένε να μεγαλώσουν και εγώ θα γελούσα δυνατά γιατί ξέρω πόσο αστείο είναι να έχεις ένα κεφάλι γυαλιστερό χωρίς ίχνος τρίχας. Πάντα γελούσα με τον θείο τον Τάκη που είχε καράφλα και προσπαθούσε να την κρύψει με ότι μαλλιά του είχαν απομείνει. Στην αρχή ήταν λίγο δύσκολο για τα παιδιά να συνηθίσουν την νέα μου εικόνα. Έβλεπα που με κοιτούσαν περίεργα αλλά εγώ όλο τους χαμογελούσα και τους έλεγα πως πλέον δεν χρησιμοποιώ σαμπουάν αλλά άζαξ για τα τζάμια, και τότε γελούσαν και εκείνα δυνατά. Πόσο μου έχουν λείψει αυτά τα γέλια!

Πριν καν ξεκινήσω να τρωω το πρωινό μου έχουν ήδη έρθει να με επισκεφτούν οι καινούργιες φίλες μου, οι νοσοκόμες. Πάντα χαμογελαστές και τυπικές στην δουλειά τους. Κάπου κάπου μου φέρνουν και ένα παιχνιδάκι για να παίξω. Πριν μια εβδομάδα μου φέρανε ένα λούτρινο γατάκι, είναι γκρι, μεγάλο και χνουδωτό με μεγάλα πράσινα ματάκια! Όλοι ξέρουν πόσο αγαπάω τις γάτες. Συνέχεια τους μιλάω για τον Σνίφ, τον γάτο μου και τα καμώματά του. Πόσο μου έχει λείψει και ο Σνίφ μου! Ενάμιση μήνα στο νοσοκομείο και δεν μου επιτρέπουν να τον έχω εδώ. Μου λείπει που τριβόταν στα ποδαράκια μου και γουργούριζε από χαρά. Τώρα έχω αγκαλιά μου αυτό το λούτρινο για να κοιμάμαι αλλά δεν είναι το ίδιο. Όχι δεν είναι σαν τον Σνίφ μου. Αυτό εδώ δεν γουργουρίζει ούτε μου γλύφει το χέρι όταν πάω να το χαϊδέψω!

-Σήμερα θα έχεις μια έκπληξη, μου λεει χαμογελαστή η μητέρα μου. Οι νοσοκόμοι σου έχουν ετοιμάσει κάτι πολύ όμορφο για εσένα. Θα σου αρέσει πολύ. Το βράδυ θα είναι έτοιμο! Να κάνεις υπομονή!

Ανυπομονώ και οι ώρες απλά δεν περνάνε. Κοιτάω συνέχεια το ρολόι με τον Ντόναλντ στον τοίχο και μου μοιάζουν οι δείκτες κολλημένοι. Μου αρέσουν πάρα πολύ οι εκπλήξεις, πάντα τις περίμενα πώς και πώς στα γενέθλιά μου. Πριν προλάβω να γκρινιάξω που έξω από το παράθυρό μου ο ήλιος κρύφτηκε και ακόμα η έκπληξη μου δεν έχει φανεί, ανοίγει την πόρτα ένας νοσοκόμος με κάτι μηχανήματα και από πίσω του δύο τρεις άλλοι νοσοκόμοι να κρατάνε και εκείνοι διάφορα. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ετοίμαζαν. Έμεινα να κοιτάω την τέντα που στήθηκε πάνω από το κρεβάτι μου και πείραζα την μητέρα μου ότι θα παίξουμε ινδιάνους και καουμπόηδες όπως στην Άγρια Δύση. Γελούσαν όλοι δυνατά και εγώ μαζί! Ήταν τόσο αστεία αυτή η τέντα!

Απομακρύνθηκαν όλοι και μου έκλεισαν τα φώτα. Νόμιζα πως αυτό ήταν, πως όλα είχαν τελειώσει και με βάζανε για ύπνο. Πριν κατεβάσω μούτρα απο στεναχώρια άρχισαν να εμφανίζονται στην τέντα άπειρες εικόνες από γατάκια, παντού γύρω μου πανέμορφα γατάκια να με κοιτάνε. Μεγάλα, μικρά, άσπρα, μαύρα, καφέ, πολύχρωμα!! Ένα γουργουρητό ακουγόταν σε όλο το δωμάτιο και δεν πίστευα σε όλο αυτό το θέαμα. Είχα άπειρα γατάκια στο κρεβάτι μου να μου γουργουρίζουν!! Ξαφνικά ξέχασα τα πάντα!! Ξέχασα που βρίσκομαι, για ποιο λόγο βρίσκομαι εκεί, ξέχασα τους πόνους που είχα κάθε φορά μετά από την θεραπεία, ξέχασα κάθε δάκρυ που έφευγε κρυφά από τα μάτια της μητέρας μου όταν πίστευε πως δεν την κοιτούσα. Ξέχασα κάθε τι άσχημο που προσπαθούσε να τρυπώσει στην ζωή μου!!  Έχω πλέον  τα γατάκια μου συντροφιά  και τίποτα δεν μπορεί να με κάνει να πονέσω!»

Αυτή η ανάρτηση είναι αφιερωμένη στην σημερινή ημέρα,15 Φεβρουαρίου,  που έχει οριστεί ως η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Παιδικού Καρκίνου . Η ιστορία που μόλις διαβάσατε είναι καθαρά βγαλμένη από την φαντασία μου και δεν εξιστορεί πραγματικά γεγονότα μιας και ποτέ στην έως τώρα ζωή μου και μέσα από τον κύκλο μου δεν βίωσα ανάλογα περιστατικά . 

Η συγκεκριμένη ιστορία προέκυψε κατά την διάρκεια της έρευνας που έκανα για να συλλέξω στοιχεία για τον παιδικό καρκίνο, όταν διάβασα μια πραγματική ιστορία για ένα κοριτσάκι που έπασχε από καρκίνο και επειδή είχε χάσει το γατάκι του και λάτρευε τις γάτες στήθηκε ένα ολόκληρο project από το νοσοκομείο Παίδων του Σιάτλ  και τους νοσηλευτές του για να το κάνουν πιο ευτυχισμένο. Για το project αυτό έπρεπε  να συγκεντρώσουν μέσω χρηστών του facebook όσες περισσότερες φωτογραφίες από γατάκια. Στην συνέχεια τις εικόνες αυτές σε συνδυασμό με ήχους στους οποίους καταγράφονται οι γάτες να γουργουρίζουν, δύο πανιά και έναν προτζέκτορα τις χρησιμοποίησαν για να δημιουργήσουν ένα «εικονικό κουκούλι» με γάτες για την μικρή ασθενή.

Σας παραθέτω το βίντεο για να μπορέσετε να δείτε και εσείς το αποτέλεσμα.
 Η μικρή στις δηλώσεις που έκανε ανέφερε μεταξύ άλλων και το εξής: 
«Δεν μπορώ να σας πω πώς αισθάνομαι μερικές φορές, αισθάνομαι αποσυνδεμένη και αποκομμένη από τον κόσμο, και στη συνέχεια οι εικόνες γατών με ηρεμούν» 
ενώ συγκινητική είναι η δήλωσή της όταν είδε κάποιον άνθρωπο να αγκαλιάζει μια γάτα και αναφώνησε 
«Είναι δυνατόν? Θέλω και εγώ να είμαι τόσο δυνατή!»

Το συγκεκριμένο αυτό project έκανε τον γύρο του κόσμου το 2012 όταν βγήκε στην δημοσιότητα το βίντεο με την μικρή αυτή ασθενή και είναι πολλοί εκείνοι που το ακολούθησαν ακόμα και από τα σπίτια τους για τα δικά τους παιδιά. Διαπιστώθηκε πως φέρνοντας κοντά στους ασθενείς οτιδήποτε λατρεύουν, ακόμα και μέσα από μερικές εικόνες, εκείνοι αντιδρούσαν ευδιάθετα αφήνοντας πίσω τους όλη την κατάθλιψη που τους προκαλούσε η θεραπεία.

Ο καρκίνος στα παιδιά στην ουσία είναι πολύ σπάνιος και με ποικίλες κλινικές εκδηλώσεις. Τα τελευταία χρόνια, με την πρόοδο της ιατρικής και λόγω της επάρκειας φαρμάκων και καταρτισμένου επιστημονικού προσωπικού, ποσοστό 70% από τα παιδιά που έχουν πρόσβαση σε εξειδικευμένη θεραπεία γίνεται καλά.  Μέγιστο επίτευγμα της ιατρικής αποτελεί το γεγονός ότι οκτώ στα δέκα παιδιά με λευχαιμία σήμερα γίνονται καλά.

Τα παιδιά μπορεί να προσβάλλονται πολύ σπανιότερα από καρκίνο σε σχέση με τους ενήλικες, ωστόσο, ο καρκίνος παραμένει η συχνότερη αιτία θανάτου σε παιδιά μετά τα ατυχήματα. Υπολογίζεται ότι, στον κόσμο, κάθε χρόνο, περίπου 250.000 παιδιά νοσούν από καρκίνο, από τα οποία μόνο ποσοστό 20% έχει δυνατότητα πρόσβασης σε σωστή ιατρική φροντίδα. Το 80% από αυτά, προέρχεται από χώρες μέσου και χαμηλού εισοδήματος. Πάνω από 150.000 θάνατοι κάθε χρόνο, θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί, εάν υπήρχε δυνατότητα έγκαιρης διάγνωσης και εξειδικευμένης θεραπείας σε όλα τα παιδιά. Στη χώρα μας, περίπου 300 παιδιά προσβάλλονται ετησίως από καρκίνο, κυρίως από λευχαιμία.

Από όλα όσα διάβασα αυτές τις μέρες και από όλα όσα έχω μάθει και ακούσει κατά καιρούς, θεωρώ πως η ψυχολογία των ασθενών, ακόμα και στα παιδιά, που πάσχουν από καρκίνο παίζει τον σπουδαιότερο ρόλο για την αντιμετώπιση της ασθένειάς τους. Τέτοιες ανάλογες κινήσεις όπως το «εικονικό κουκούλι» με τις γάτες θεωρώ πως είναι αναγκαίες να γίνονται από τους γονείς και το ειδικό προσωπικό που τα παρακολουθεί. Δεν είναι δύσκολο να φέρεις κοντά στον ασθενή αυτό που αγαπάει. Επίσης να σημειώσω πως υπάρχουν μέχρι και παραμύθια γραμμένα ειδικά για παιδιά με καρκίνο (Νούλης, ο Χημειο-θεραπούλης), ώστε να μπορέσουν να προσεγγίσουν την πάθησή τους με τρόπο προσαρμοσμένο στην ηλικία τους. Το συγκεκριμένο βιβλίο θα μπορούσε κάλλιστα να διαβαστεί και σε όλα τα παιδιά, ανεξαρτήτως πάθησης, για να είναι πιο ενήμερα και να έρθουν πιο κοντά στις ασθένειες αυτές ώστε να μπορέσουν να αγκαλιάσουν τα παιδάκια που νοσούν αντί να τα κοροϊδέψουν.  

Ένα παιδί πρέπει να παραμένει μέσα του πάντα παιδί, ανεξάρτητα αν αναγκάζεται να ωριμάσει μέσα από επώδυνες καταστάσεις και επισκέψεις σε νοσοκομεία. Ας μην ξεχνάμε πως αυτά τα παιδιά έχουν τις ίδιες ανάγκες όπως όλα τα παιδιά του κόσμου. Η διαφορετικότητα της ασθένειας δεν τα κατατάσσει σε κατηγορία παιδιών που χρήζουν διαφορετικής αντιμετώπισης. Έχουν ανάγκη από την ίδια αγκαλιά, το ίδιο χαμόγελο, τα ίδια παιχνίδια, την ίδια αντιμετώπιση, από όλους μας. Σίγουρα για όλο αυτό χρειάζεται πάνω από όλα η ψυχική δύναμη των ίδιων των γονέων.  Και ξέρω πως αυτό είναι το πιο δύσκολο ίσως κομμάτι διότι δεν είναι στην τελική ότι καλύτερο και ευκολότερο να βλέπεις το παιδί σου να υποφέρει και εσύ στην ουσία να νιώθεις ανήμπορος. Όμως ακόμα και για τους γονείς υπάρχουν υποστηρικτικές ομάδες για να μπορέσουν να αντλήσουν δύναμη.  

Δυστυχώς δεν μπορώ να δώσω παραπάνω συμβουλές, γιατί βρίσκομαι έξω από τον χορό και κατανοώ πως το μυαλό μου και η καρδιά μου έως εδώ μπορούν να φτάσουν. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας δώσω τον εξής σύνδεσμο για όσους από εσάς θέλετε να δηλώσετε εθελοντική εργασία μέσω του συλλόγου ΕΛΠΙΔΑ.


Μακάρι όσο περνάνε τα χρόνια και αναπτύσσονται οι έρευνες να  έρθει η ημέρα που δεν θα υπάρξει κανένα παιδί, κανένας γονιός, κανένας άνθρωπος που θα υποφέρει από τέτοιες ασθένειες.Αυτή είναι η δικιά μου ελπίδα.

Σας φιλώ γλυκά!



***Πηγή στατιστικών στοιχείων:


Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013

Το δικό μας παραμύθι


"Μες στο δικό μας παραμύθι ξαναβρήκα το ξεχασμένο μονοπάτι μου"

Μιας και ανέφερα παραμύθι στην προηγούμενη ανάρτηση ήρθε η στιγμή να σας μιλήσω για ένα διαφορετικό παραμύθι..

Σαν σήμερα λοιπόν, 20μήνες πριν, γνώρισα τον δικό μου παραμυθά. Όχι δεν εννοώ τους παραμυθάδες που υπάρχουν στην ζωή μας μπόλικοι και μας φλομώνουν με χίλιες δύο ψευτιές (παραμύθια). Δεν θα ήθελα καν τέτοια μέρα να αναφερθώ σε αυτούς τους ανθρώπους. Καλά να ναι και ας λένε και όσα ψέματα θέλουν στην τελική, δεν θα τους αφιερώσω και ανάρτηση.

Ο δικός μου παραμυθάς είναι άλλος, διαφορετικός, ξεχωριστός. Είναι ένας παραμυθάς που μεταδίδει την μαγεία του παραμυθιού μέσα από την πραγματικότητα με έναν τρόπο που ούτε εγώ η ίδια- που η φαντασία μου οργιάζει- δεν μπορώ να κατανοήσω. Έχει αυτό το μοναδικό χάρισμα και του το αναγνωρίζω. Ακόμα και μέσα από δύσκολες και ζόρικες καταστάσεις γεμάτες με φωνές και κλάματα βγάζει τον μαγικό του αυλό όπως στο παραμυθάκι και με μαγεύει, με γαληνεύει. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε που είναι πολύ ικανός στο να γράφει παραμύθια για μικρά παιδιά, ξέρει πως να μεταφέρει μέσα από τις λέξεις του εικόνες που γαληνεύουν, ταξιδεύουν, μαγεύουν. Για αυτό και εγώ τον έχω ονομάσει «παραμυθά».  

Δεν το φανταζόμουν ποτέ ότι σε εκείνο τον μικρόκοσμο που ήταν γεμάτο από ψεύτικους παραμυθάδες πως θα ξεχώριζα τον έναν και μοναδικό αληθινά ξεχωριστό παραμυθά μου. Ή μήπως με ξεχώρισε εκείνος πρώτος? Η αλήθεια είναι πως σε αυτό το κομμάτι δεν έχουμε ξεκαθαρίσει ποιος έκανε τι πρώτος και σε ποιόν και πάντα διαφωνούμε, οπότε απλά καταλήγουμε να μένουμε στο αποτέλεσμα, διότι στην τελική αυτό μετράει, το αποτέλεσμα, έτσι δεν είναι παραμυθά μου?

Μερικές φορές νιώθω λες και ήμουν η ηρωίδα στο παραμύθι του που την ερωτεύτηκε καθώς την έπλαθε στο μυαλό του και που με τον καιρό πήρα μορφή μπροστά του και τον μάγεψα.. Άλλες φορές νιώθω πως εκείνος ήταν ο ήρωας στα δικό μου παραμύθι που πήρε μορφή ξαφνικά μια μέρα μπροστά μου και με μάγεψε. Όπως και να έχει, το αποτέλεσμα μετράει, έτσι δεν είναι παραμυθά μου?

Και από τότε.. αυτούς τους δύσκολους 20 μήνες ο παραμυθάς μου φροντίζει να με κάνει να ξαναγεννιέμαι μέσα από ένα παραμύθι που αφορά και τους δυο μας, το παραμύθι μας. Δράκους και κακιές μάγισσες αυτό το παραμύθι έχει, όπως όλα τα παραμύθια άλλωστε, αλλά εμείς το δημιουργούμε και εμείς βρίσκουμε και τον τρόπο και τα ξεπερνάμε όλα, έτσι με έναν τρόπο μαγικό. Στην τελική, κανένα παραμύθι δεν θα ήταν όμορφο αν δεν τα είχε και αυτά... γιατί είναι πολύ όμορφο να περιμένεις για το «και ζήσανε και αυτοί καλά και εμείς καλύτερα».

Μέσα στο δικό μας παραμύθι λοιπόν βρήκα το ξεχασμένο μονοπάτι μου.. και για αυτό ευθύνεσαι εσύ γλυκέ μου παραμυθά. Να μην αλλάξεις ποτέ..


 ** Σιγά μην γλίτωνες την ανάρτηση σήμερα!! Πάρε και το τραγουδάκι του Τσακνή με το Παραμυθάκι που το λατρεύω από μικρή!!   


Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Ούτε στα παραμύθια



 "Ούτε στο γνωστό σε όλους μας παραμύθι η Κοκκινοσκουφίτσα δεν γλύτωσε από τα κοφτερά δόντια του Λύκου που παραμόνευε στο δάσος. Και εκείνη χαρωπή περπατούσε στο δάσος με το καλαθάκι της για να πάει φαγητό στην γιαγιά της."


Διαβάζω, αρκετά θα έλεγα, ειδικά τώρα που η ανεργία με συντροφεύει και ο χρόνος μου είναι άπλετος. Όχι καλέ, δεν διαβάζω και ολημερίς ολονυχτίς, αλλά όπου πέφτει το ματάκι μου κάθομαι και διαβάζω με όλη μου την προσοχή. Ναι, διαβάζω επιλεκτικά, αυτό ομολογώ πως πάντα το είχα, δηλαδή θα πρέπει να μου κάνει ένα κλικ κάτι για να ασχοληθώ, αλλιώς το προσπερνάω με συνοπτικές διαδικασίες. Το στανταράκι που τελευταία προσπερνάω χωρίς καν μία ματιά είναι τα πολιτικά. Δεν τα μπορώ, δεν τα θέλω, δεν τα αντέχω. Μπούχτισα η γυναίκα. Για να ασχοληθώ με πολιτική θα πρέπει να είναι κάτι too much, πχ. να την πέσουν μαζικά σε αυτά τα 300 πρόβατα και να τα σουβλίσουν το Πάσχα, να φαμε να χορτάσουμε κιόλας που έχει γίνει το στομαχάκι μας μια σταλιά. Και επειδή αυτό δεν θα γίνει ποτέ, απλά προσπερνάω η γυναίκα, τι να κάνω. 

Αφού λοιπόν διαβάζω ότι προκύψει, έτσι και εχθές βράδυ έπεσε το ματάκι μου σε ένα σχόλιο που άφησε κάποιος, σε κάποια και πάει λέγοντας, σε αυτό το facebook που όλα ταξιδεύουν σαν αστραπή και πριν το καταλάβεις μπορεί να έχεις κάνει ένα σχόλιο για την κιλότα της αλληνής που την απλώνει στην Αθήνα και να βρεθεί να το μάθει ο άλλος που μένει στον Έβρο και να είναι και γνωστός της κιλότας και να σμίξουνε. Ένα τέτοιο πράγμα λοιπόν.. Όχι δεν θα σας μιλήσω για κιλότες και άλλα τέτοια, το θέμα μου και σήμερις είναι σοβαρό, μην κοιτάτε που σας το φέρνω ομαλά, είναι για να μην μου πάθετε τίποτα από την πολύ σοβαρότητα. 

Διάβασα λοιπόν που λετε για το γνωστό θεωρώ σε όλους μας ιστότοπο σχετικά με την μαγειρική της διπλανής πόρτας, δεν θα κατονομάσω μην φαμε και καμία  μήνυση και δεν είμαι για τέτοια η άνεργη, προσπαθήστε να καταλάβετε από τα συμφραζόμενα. Την μαγειρική λοιπόν της διπλανής πόρτας, κάπως έτσι το έχουν ονομάσει. Όχι αυτός ο ιστότοπος δεν δίνει συνταγές και άλλα όπως κάνουν άλλοι. Σκοπός του είναι, λεει, να διαμεσολαβήσει και να φέρει κοντά ανθρώπους που μαγειρεύουν σπίτια τους και θέλουν να διαθέσουν, επί χρήμασι το τονίζω, τις μεριδούλες τους στον συνάνθρωπο που δεν θέλει να αγοράσει φαγητό από την χι ψι ταβέρνα αλλά να φαει ένα μαμαδίστικο σπιτικό φαγητάκι. Όλα καλά όλα ωραία εδώ, έτσι δεν είναι? Και εγώ θα το ήθελα πολύ να μπορώ να παραγγέλνω μαμαδίστικα φαγάκια, και ποιος δεν θα το ήθελε!!

Μου θύμισε όλο αυτό που διάβασα ένα απόγευμα στο σπίτι φίλων, με το καφεδάκι μας και τα σνάκ μας και τα αστεία μας και γενικά όλα αυτά τα όμορφα, που μου είχαν ανοίξει συζήτηση όλη η παρέα για το επαγγελματικό μου μέλλον και μου αράδιαζαν ένα σωρό ιδέες για το τι θα μπορούσα να κάνω ώστε να σταθώ στα πόδια μου έστω και προσωρινά. Μέσα σε όσα είχα ακούσει είχε πέσει η πρόταση και για το συγκεκριμένο ιστότοπο που ειλικρινά πρώτη φορά από εκείνους το άκουσα. Μου εξήγησαν περί τίνος πρόκειται και μου είπαν όμορφα και ωραία "Να βρε, ευκαιρία να πλασάρεις το καταπληκτικό σου σουφλέ και να βγάλεις και κανα χαρτζιλίκι". Ομολογώ πως γέλασα, διότι μου φάνηκε λίγο τρελό να συμβαίνει όλο αυτό και να μην το έχω πάρει χαμπάρι. Σκέφτηκα ευθύς πως δεν μπορεί, κάποιο λάκκο έχει η φάβα σε όλο αυτό το θέμα, και με την μία το απέρριψα διότι μου φάνηκε και λίγο χαζό όλο αυτό. Να φτιάχνω σουφλέ και να το πουλάω στον κάθε άγνωστο.. ήμαρτον θεέ μου. Φυσικά, όταν γύρισα σπίτι ψάχτηκα λιγάκι να δω πως λειτουργεί όλο αυτό και ιδού λοιπόν το αποτέλεσμα της μίνι έρευνάς μου. 

Πώς λειτουργεί λοιπόν το όλο θέμα "φαγητό της διπλανής πόρτας", για εσάς που δεν γνωρίζετε. Μπαίνω εγώ πχ. η άνεργη που θέλω να βγάλω και το χαρτζιλικάκι μου με την μαγειρική μου, κάνω μια εγγραφή στο εν λόγω ιστότοπο, δίνω τα προσωπικά μου στοιχεία ώστε να καταγραφώ σαν μέλος, χωρίς αυτά να φαίνονται στους τρίτους, και ετοιμάζω ένα προφίλ για να προσελκύσω πελάτες. Μαγειρεύω που λετε το σουφλεδάκι μου σήμερα, μπαίνω στο προφίλ μου, το δηλώνω, ενημερώνω πόσες μερίδες μπορώ να διαθέσω, δίνω και μία τιμή για την μερίδα και περιμένω μέχρι ο ενδιαφερόμενος να μου "χτυπήσει την πόρτα". Αν θέλω ανεβάζω την συνταγή, τα υλικά, φωτογραφία ή ακόμα και βίντεο με την όλη διαδικασία του μαγειρέματος. Εσύ, ο ενδιαφερόμενος που θέλεις μαμαδίστικα φαγητά, έχεις εγγραφεί στον εν λόγω ιστότοπο σαν μέλος και ψάχνεις βάση της περιοχής σου, ποιος "γείτονας" μαγειρεύει για εσένα, σου δίνει το προφίλ του, το φαγητό και τις λοιπές πληροφορίες ακόμα και κριτική που έχει λάβει από άλλους ενδιαφερόμενους του παρελθόντος. Επιλέγεις λοιπόν εμένα με το τρομερό μου σουφλέ, έρχεσαι σε επαφή μαζί μου μέσω του ιστότοπου και κανονίζουμε την συνάντηση για να παραδοθεί το "πακέτο". Τώρα αν εγώ σαν καταπληκτική σεφ που είμαι έχω μια λίστα φαγητών σπεσιαλιτέ μου μπορώ να ανεβάσω την λίστα και να πω ότι δέχομαι παραγγελίες και από την προηγούμενη ημέρα. Έτσι για να προλαβαίνω τους πάντες και να είμαστε όλοι ευχαριστημένοι. Τόσο απλά. 

Ο ιστότοπος διαμεσολαβητής, φυσικά έχει λάβει τα μέτρα του και έχει προειδοποιήσει στους όρους χρήσης για το κάθε ενδεχόμενο παρατράγουδο, έτσι να είναι καλυμμένος από την μεριά του και μην φαει και μηνύσεις. Λογικότατο. Μάλιστα δε, φροντίζει να δίνει και συμβουλές για το πως θα γίνει η "δοσοληψία" του φαγητού ώστε να σε προστατεύσει, γιατί μην το έχει και κρίμα στο λαιμό του στο τέλος. Σου λεει ξεκάθαρα, κύριε μάγειρα θα δώσεις ραντεβού με τον ενδιαφερόμενο όχι στο σπίτι σου αλλά σε ένα ουδέτερο σημείο που θα εξυπηρετεί και τους δύο, πχ. μια πλατεία. Και εσύ κύριε ενδιαφερόμενε, να φροντίσεις να έχεις επάνω σου το ακριβές αντίτιμο του ποσού ώστε να μην ψάχνει ο μάγειρας να σου χαλάσει πενηντάευρω, είναι αμαρτία. Επίσης σε συμβουλεύει, να μην ξεχάσεις να γυρίσεις να βαθμολογήσεις τον μάγειρά σου για το φαγητό που έφαγες, διότι είναι σημαντικό να ξέρουν οι υπόλοιποι αν θα φάνε 3 αστέρια σουφλέ ή σκατά. Μα πόσο όμορφα και τακτοποιημένα και προσεγμένα όλα, με τις λεπτομέρειες τους, με τα πάντα. Η ευκολία στο μεγαλείο της ε?? Ζούμε σε έναν τόσο όμορφο και απλό κόσμο τελικά!! Αυτό το ίντερνετ μας ενώνει!! 

Μωρέ, είμαστε στα καλά μας? Δηλαδή να αρχίσω να σκίζω τα μπλουζάκια μου σαν τον Ρουβά και να τραβάω τις κοτσίδες μου? Πάμε καλά? Και απορώ με τόσα χαϊβάνια που συμμετέχουν στο συγκεκριμένο θέμα σαν μάγειρες και σαν πειναλέοι! Ήμαρτον Παναγία μου, τι άλλο θα ζήσω μου λετε? Μόνο εγώ βρε είμαι τόσο υποψιασμένη? Μόνο εγώ τελικά φοβάμαι όλα αυτά? Διότι αρχίζω να πιστεύω πως ή εγώ τρελάθηκα και πρέπει να κλειστώ άμεσα στις κλινικές ή ο κόσμος έχει τρελαθεί και εγώ πρέπει να πάρω δρόμο. Που? Δεν ξέρω.. κάπου μακριά από εδώ πάντως!! Τι να πω δηλαδή.. Και μετά από το χθεσινό σχόλιο κάθισα να διαβάσω, να δω εντυπώσεις καταγεγραμμένες στο ίντερνετ, να δω ανθρώπους να έχουν αντιδράσει, μα δεν βρήκα τίποτα. Τίποτα σας λεω, σε κανένα φόρουμ, σε κανένα μπλογκ, τίποτα. Το μόνο που βρήκα μια επίσημη επιστολή που έγραψε ο πρόεδρος των εστιατορίων και λοιπών, που εξέφραζε και αυτός όλα αυτά που με πνίγουν και εμένα. 

Υπάρχει  καταρχήν το θέμα "φοροδιαφυγής" μιας και δεν κόβονται αποδείξεις, που εμένα αυτό το θέμα ειλικρινά δεν με ενοχλεί, διότι εδώ τόσοι άλλοι φοροδιαφεύγουν με εκατομμύρια ευρώ θα με νοιάξουν τώρα τα 7 ευρώ η μερίδα που δεν θα κοπεί απόδειξη? Καλά κάνουν και δεν κόβουν απόδειξη για αυτά τα ποσά στην τελική. Γιατί είδατε ποτέ κανέναν γιατρό να του δίνεις φακελάκι τα χιλιάρικα και να σου λεει μισό να σου κόψω και απόδειξη? Δεν  είδατε! Και όχι δεν βρίσκομαι εδώ για να δώσω εγώ στο κράτος τον τρόπο να πατάξει την φοροδιαφυγή. Ξεκίνα να μαζεύεις τους μεγάλους και μετά μάζεψε και τους μικρούς! Και αν δεν μπορείς να το κάνεις, τότε μην πνίγεις και την θηλιά στους υπόλοιπους επειδή για μία φορά στην ζωή τους δεν μπόρεσαν να δώσουν την δόση στην ώρα τους.

Πέρα όμως από το θέμα αποδείξεων, δεν αναλογίζετε κανένας μας πλέον τους πραγματικούς κινδύνους που κρύβονται πίσω από μία τέτοια ενέργεια? Θα μπορούσα άνετα εγώ να είμαι μια ψυχοπαθής που ξύπνησα μια μέρα και θέλησα να ξεκάνω όλους τους γείτονές μου με ποντικοφάρμακο. Και θα το επιτύχω, διότι κανείς δεν θα το καταλάβει, κανείς δεν θα μπορέσει να με εντοπίσει διότι στην τελική, έχω δώσει και ψεύτικα στοιχεία στο προφίλ μου και κανένας δεν γνωρίζει και τις παραγγελίες μου και ούτε απόδειξη κόβω ώστε να υπάρξει στοιχείο. Το παραδίδω, το τρωει και γεια σας. Και δεν προλαβαίνει να αφήσει και κριτική διότι τι να προλάβεις, ούτε να φωνάξεις δεν προλαβαίνεις, μία και έξω. Έτσι απλά. Από την άλλη, θα μπορούσα εγώ να μαγειρέψω σωστά το σουφλεδάκι μου και προσεγμένα, αλλά εσύ ο κύριος ενδιαφερόμενος να είσαι ο δράκος που έχει βιάσει γυναίκες και κοριτσάκια και τον αναζητούν οι αρχές, ο τζακ ο αντεροβγάλτης, ο απαγωγέας που κάνει τράφικινγκ γυναικών ή ακόμα και ο απαγωγέας που παίρνεις το νεφρό μου και το μοσχοπουλάς και με βρίσκουν την επομένη μέρα στην χωματερή. Τέλος, θα μπορούσες να είσαι μέλος σπείρας διαρρηκτών και να βάλεις ανθρώπους να με ακολουθήσουν την ώρα που επιστρέφω σπιτάκι μου, να το μαρκάρετε και την επόμενη φορά που θα παω για παράδοση εσείς να μπουκάρετε και να το συγυρίσετε ολάκερο. Και εγώ χαρούμενη που μάζεψα 7 ευρουλάκια την μερίδα για το σουφλεδάκι μου θα γυρίσω και θα διαπιστώσω ότι έχασα μόλις και δέκα χρόνια τουλάχιστον από την ζωή μου.

Αυτά είναι τα σενάρια που έφτασαν  στο δικό μου μη διεστραμμένο μυαλουδάκι, φανταστείτε λοιπόν τι σενάρια μπορούν να προκύψουν από κάποιον που θα είναι πραγματικά διεστραμμένος. Πώς να μην απορώ λοιπόν που συμβαίνουν όλα αυτά μπροστά στα μάτια μου και κανείς μα κανείς απλός πολίτης σαν εμένα δεν βλέπω να αντιδράει? Τόσο πολύ μπροστά είμαστε πια που πρέπει να επιτρέπουμε όλη αυτή την κατάσταση και να την συγχαίρουμε κιόλας και να την διαφημίζουμε και μέσα από όλα τα κανάλια και τις εκπομπές? Μπράβο μας λοιπόν, τι να πω.. Μακάρι να μην γίνει ποτέ τίποτα, αλλά πολύ φοβάμαι ότι όλο και κάτι θα συμβεί, διότι γύρω μας καραδοκούν πολλοί που ψάχνουν ευκαιρίες για να δράσουν με το αρρωστημένο τους μυαλό. Πάντα υπήρχε αυτό, απλά τώρα παράγινε.. Άντε να δω και τους ντίλερ σε κανα προφίλ με ιδιότητα μαστερ σεφ, να μοστράρουν κουραμπιέδες "πρώτο πράμα" με άχνη διαλογής και να γίνεται και η παράδοση σε όλη την Ελλάδα ακόμα πιο εύκολη.

 Ούτε στο γνωστό σε όλους μας παραμύθι η Κοκκινοσκουφίτσα δεν κατάφερε να γλιτώσει απο τα κοφτερά δόντια του Λύκου που παραμόνευε στο δάσος. Και εκείνη χαρωπή περπατούσε στο δάσος για να πάει το φαγητό στην γιαγιά της. Μου φαίνεται πως ξεχάσαμε όλα όσα μας έμαθαν απο μικρά να προσέχουμε. 

Ας παραγγείλουμε λοιπόν όλοι μας μαμαδίστικα φαγητά. Να τρέξουμε να μην χάσουμε. Μη τυχόν και βρεθεί κάποιος και μας πεί "οπισθοδρομικούς". Τι ντροπή! 

Με τις υγείες μας! 


**** Σας ενημερώνω λοιπόν και με κάτι που είδα μόλις. Η σελίδα τους στο facebook απαριθμεί αυτή την στιγμη 12.307 Like. Που σημαίνει οτι τόσοι συνάνθρωποί μας συμφωνούν με την ιδέα του συγκεκριμένου ιστότοπου. Για το πόσα μέλη απαριθμούν σαν σεφ και σαν αγοραστές ιδέα δεν έχω. Τα συμπεράσματα δικά σας. 


Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2013

Όταν σωπαίνει η ψυχή


"Όταν σωπαίνει η ψυχή, τότε το κορμί κείτεται ήδη νεκρό"

>>Πέρασαν πολλά χρόνια μέχρι αυτή η σιωπή να γίνει φωνή, κάπου στα 12 χρόνια. Η σιωπή που γεννήθηκε εκείνο το απόγευμα και ήρθε και ρίζωσε μέσα μου αφήνοντας ένα κορμί νεκρό, άβουλο. Πάλεψα πολύ να  αναστήσω το κορμί και όλα τα συναισθήματά μου ώστε να συνεχίσω να ζώ σαν να μην έγινε ποτέ τίποτα, σαν να ήταν ένας εφιάλτης που απλά πέρασε.Χρειάστηκε χρόνος πολύς, δύναμη μεγάλη και θεωρώ πως τελικά τα κατάφερα. Στην προσπάθεια για να το επιτύχω αυτό καταχώνιασα τα πάντα βαθειά, πολύ βαθειά μέσα μου, τους έβαλα φίμωτρο και διπλοκλείδωσα την πόρτα για να μην βγούν στην επιφάνεια ποτέ και έκρυψα το κλειδί. Ήρθε όμως η ώρα να ξεθάψω το κλειδί και να ξεκλειδώσω, να απελευθερώσω αυτη την σιωπή ώστε να πάρει μορφή, να γίνει λέξεις που θα ακουστούν στους πάντες και στα πάντα, θα ταξιδέψουν όσο πιο μακριά γίνεται και θα χαθούν στον αέρα. Να λυτρωθώ.

Στέκομαι μπροστά στο θεόρατο κτίριο με τα χιλιάδες τζάμια να αντικατοπτρίζουν έναν μουντό ήλιο και μερικά σύννεφα βιαστικά. Το δέρμα μου κολλάει απο την υγρασία και το κορμί μου πονάει απο την κούραση. Κοιτάζω ψηλά να βρώ την άκρη του τέλους μα  όλο το κτίριο μοιάζει να χάνεται στον ουρανό. Εντυπωσιάζομαι.Σπρώχνουμε τις βαλίτσες στο ασανσέρ και κατευθυνόμαστε εκεί, στον ουρανό. Ανοίγει η πόρτα του ρετιρέ και μπροστά μου φανερώνεται ένα διώροφο σπίτι, πανέμορφα διακοσμημένο μα κατα κάποιο τρόπο από άκρη έως άκρη παγερό. Οι μεγάλες τζαμαρίες φανερώνουν μια θέα που αποσπά κάθε βλέμμα και κάθε εντύπωση.

-Εδώ θα μείνεις, ακούγεται η αντρική φωνή πίσω μου, για να είσαι κοντά στα γραφεία του δεκάτου ορόφου και να μην μετακινείσαι. Ανήκει στην εταιρεία και τις περισσότερες φορές μένω εγώ εδώ στα ταξίδια που κάνω.

Πριν καν προλάβω να πω κάτι η φωνή συνεχίζει..

-Επάνω έχει δύο δωμάτια, δίαλεξε ένα για να αφήσεις τα πράγματά σου και εγώ θα κοιμηθώ στο άλλο. Ξεκουράσου γιατί το βράδυ έχουμε να πάμε σε ραντεβού, μας περιμένουν για δείπνο.

Έχω ήδη παγώσει στο άκουσμα δύο λέξεων και δεν δίνω σημασία στα υπόλοιπα "..και εγώ θα κοιμηθώ στο άλλο.." πώς γίνεται?δεν το θέλω, με τρομάζει, δεν το ήξερα, δεν με ρώτησε κανείς, εγώ.. συνειδητοποιώ πως δεν έχω πολλές επιλογές, δεν μπορώ να επιβάλλω την διαμονή που θα μου κανονίσουν, δεν μπορώ να φέρω αντιρρήσεις και να απαιτήσω οτιδήποτε, εγώ βρίσκομαι εκεί για να δουλέψω, εγώ δεν έχω επιλογή, εγώ δεν μπορώ πλέον να κάνω τίποτα.. είμαι κουρασμένη πολύ και θέλω να κοιμηθώ άμεσα.Εγώ..

Κατευθύνομαι προς τα δωμάτια και επιλέγω βιαστικά εκείνο με την μεγαλύτερη θέα. Μικρά δωμάτια, παγωμένα και αυτά, ξένα.Χωρίς πολλές διαδικασίες βγάζω μερικά ρούχα απο την βαλίτσα μου και τα κρεμάω σε μια μικρή ντουλάπα. Ακουμπάω το νεσεσέρ με τα καλλυντικά μου στον καθρέφτη, φοράω το νυχτικό μου και ξαπλώνω. Παγωμένο το στρώμα, παγωμένα όλα, μα η κούραση μεγάλη και τα βλέφαρά μου βαριά. Πρίν καν το καταλάβω έχω αφεθεί στα χέρια του Μορφέα.. τουλάχιστον έτσι πίστευα..Εγώ..

Ένα βάρος πλακώνει το στήθος μου, με κάνει να μην μπορώ να αναπνεύσω, νιώθω οτι χάνομαι.Μία απίστευτη και ανεξήγητη ζέστη τυλίγει το κορμί μου και νιώθω οτι το σώμα μου βρίσκεται σε μία κατα κάποιο τρόπο άβολη θέση. Προσπαθώ να καταλάβω αν είναι όνειρο ή πραγματικότητα. Τα βλέφαρά μου βαριά για να ανοίξουν τελείως, όμως στο μισάνοιγμά τους τρυπώνει μια φιγούρα σκοτεινή και θολή.. είναι επάνω μου, ναί είμαι σίγουρη πως είναι επάνω μου, δεν είναι όνειρο. Οι αισθήσεις μου επανέρχονται όλες μεμιάς και διαπιστώνω ότι πλέον είναι αργά. Βρίσκεται ήδη επάνω μου, μέσα μου, τον νιώθω, με πονάει, η ανάσα του βαριά, αποκρουστική.. τα χέρια μου ακινητοποιημένα, το στόμα μου μουδιασμένο. Φωνάζω να με αφήσει μα η φωνή μου δεν έχει δύναμη και είναι ήδη αργά..κανείς δεν με ακούει, ούτε καν ο ίδιος.Μόνο εγώ..

Τελειώνει, έτσι βιαστικά και τραβιέται μακριά μου. Από το ελάχιστο φώς του δωματίου διακρίνω το πρόσωπό του, ικανοποιημένο. Σφίγγει την ζώνη απο το παντελόνι του και κρυφογελάει.Ναι κρυφογελάει. Το σώμα μου πιο βαρύ απο ποτέ προσπαθεί να συμμαζέψει ότι του απέμεινε και να κρυφτεί απο ντροπή. Δεν ξέρω τι να κάνω, δεν έχω δύναμη, έχουν καταρρεύσει όλα μέσα μου,έχει χαθεί η γή κάτω απο τα πόδια μου. Και αυτό το δωμάτιο, πιο ξένο απο ποτέ. Φεύγει, τον ακούω να κατεβαίνει τα σκαλιά και να φεύγει. Πρίν κλείσει την πόρτα πίσω του μου φωνάζει να ετοιμαστώ γιατί μας περιμένουν στο ραντεβού. Το ραντεβού.. ποιό ραντεβού?πού βρίσκομαι?τί κάνω εδω πέρα? Μένω ακίνητη για κάμποσο, ίσως για ώρες, ίσως για μέρες..ούτε που θυμάμαι, για εμένα ο χρόνος δεν έχει πια σημασία, το ρολόι έχει ήδη πάψει να χτυπά απο την στιγμή εκείνη..

Βρίσκομαι στην μπανιέρα. Τα δάκρυά μου έχουν γίνει ένα με το νερό που κυλάει στο μέτωπό μου. Κλαίω σιωπηλά γιατί πνίγομαι. Αγγίζω το σώμα μου μα δεν νιώθω τίποτα, κανένα άγγιγμα. Είναι ήδη νεκρό. Όχι δεν φανταζόμουν ποτέ έτσι την πρώτη φορά μου, όχι δεν θύμιζε καθόλου τα όνειρα που έκανα, για εκείνον τον πρίγκηπα που θα με έκανε να πετάξω στα σύννεφα. Ο πρίγκηπας για εμένα έγινε θηρίο που έτσι απλά ήρθε και με κατασπάραξε. Θεέ μου, χίλιες φορές να μου έπαιρνες την ζωή, θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να χαθώ για πάντα, πάρε με. Είμαι μακριά, είμαι μόνη μου, κανείς δεν με ακούει, κανείς δεν είναι εδώ, δεν έχω δύναμη, δεν έχω φωνή. Το νερό τρέχει επάνω μου μα δεν με λυτρώνει, οι εικόνες παίζουν σαν ταινία ξανά και ξανά στο μυαλό μου και αυτή η απαίσια αίσθηση ακόμα με στοιχειώνει. Πάρε με..

 Δεν μπορώ να κάνω τίποτα, ποιός θα με πιστέψει?Τί να πώ και σε ποιόν.. Όχι, δεν γίνεται, πρέπει να φανώ δυνατή, πρέπει να σταθώ στα πόδια μου να συνεχίσω. Θα το παλέψω, μέχρι να βρώ την ευκαιρία να φύγω μακριά. Δεν θα μάθει ποτέ κανείς τίποτα.Θα σιωπήσω. Ξάφνου η φιγούρα της μάνας μου στέκεται απέναντί μου..Ίσως να άκουσε το κάλεσμά μου.Με κοιτάει με δάκρυα στα μάτια. Που να ήξερες μανούλα μου όταν με αποχαιρετούσες.. Ή μήπως ήξερες? Άραγε το διαισθάνθηκες? Ήσουν ανήσυχη πολύ μα πίστεψα οτι ήσουν έτσι επειδή πρώτη φορά με αποχωριζόσουν. Μπορεί και να το ένιωσες. Ετοιμάζομαι γοργά. Το θηρίο μου χτυπάει την πόρτα για να μην αργήσω. Σου κάνω ενα τηλέφωνο μανούλα μου, βιαστικό και αυτό όπως όλα όσα ζω μακριά σου. Η φωνή σου μου γαληνεύει την ψυχή. Σου λέω οτι είμαι καλά και με καταλαβαίνεις, δεν σε ξεγελάω.Ρίχνω το φταίξιμο για την φωνή που ακούς στο μακρινό ταξίδι, στην κούρασή μου. Σε καθησυχάζω. Σε φιλώ και χάνεσαι πίσω απο το κλείσιμο του τηλεφώνου.Τούυττττ. Ο ήχος συνεχόμενος, όπως και στον παλμογράφο της καρδιάς μου. Μαζί σου έχω χαθεί και εγώ μανούλα μου.

>>Από εκείνη την ημέρα άλλαξα. Έγινα άλλος άνθρωπος. Για την ακρίβεια δεν έγινα άνθρωπος αλλά ένα ρομπότ, χωρίς συναισθήματα, χωρίς τίποτα που θα πρόδιδε το κορίτσι εκείνο που έχασε την αθωότητά του τόσο απότομα, τόσο απρόσμενα, τόσο βεβιασμένα. Το θηρίο συνέχισε να στοιχειώνει το νεκρό κορμί μου, η ψυχή μου σιωπούσε. Αφηνόμουν στις ορέξεις του μέχρι να στραγγίξει και την τελευταία σταγόνα απο το αίμα μου. Μέχρι.. μέχρι να χορτάσει και να το χτυπήσω όταν θα ήταν πια αδύναμο, χορτασμένο. Έτσι έγινε.. Άρχισα να χτυπάω, να εναντιώνομαι με όση δύναμη είχε αποκτήσει ξανά το νεκρό εκείνο κορμί. Τον χτυπούσα με μανία κάθε φορά που έκανε κίνηση να με αγγίξει. Κάθε φορά που ήθελε να ημερέψει τις ορμές του.

Το θηρίο άρχισε να μαζεύεται και όσο μαζευόταν εκείνο τόσο αποκτούσα δύναμη εγώ. Φοβόταν μην πάρει ζωή η σιωπή μου και τον χαντακώσει.Κρύφτηκε. Μα κρύφτηκε με τρόπο γνώριμο. Βρήκε το επόμενο θύμα του. Χόρταινε απο αλλού πλέον και εγώ ήμουν ήρεμη, ένιωθα ελεύθερη όσο ποτέ, δυνατή όσο ποτέ. Η σιωπή μου δεν πήρε ζωή, μα είχε ήδη βρεί την χαμένη της δύναμη. Προσπάθησα να αποτραβήξω το επόμενο θύμα, να το βοηθήσω, να το προστατεύσω, μα εκείνη είχε άλλη δύναμη, δικιά της, αποσκοπούσε αλλού. Το ήθελε, όλο αυτό το ήθελε και το ευχαριστιόταν. Διέφερε απο εμένα κατά πολύ. Το τέλος μου το ήξερα. Σύντομα το θηρίο θα με χτυπούσε αλλιώς, με τον μοναδικό τρόπο που του είχε απομείνει. Για να καλύψει τα ίχνη που είχε αφήσει επάνω μου όσο πιο αθόρυβα γινόταν. Η απόλυσή μου δεν άργησε να έρθει. Μία απόλυση που καρτερούσα 2 ολόκληρα χρόνια για να λυτρωθώ. Βγήκα απο την εταιρεία και ξαφνικά ένιωθα να αναπνέω έναν άλλον αέρα, πιό καθαρό.  Στην άκρη του δρόμου η μητέρα μου με περίμενε ακόμα μια φορά με δάκρυα στα μάτια, δάκρυα χαράς. Ήξερε και ας μην είπα ποτέ, ήμουν πλέον σίγουρη.Μαζί με εμένα ανέπνεε και εκείνη.

Σήμερα, σκέφτομαι οτι ίσως θα έπρεπε να είχα πράξει αλλιώς ώστε να προστατεύσω και άλλα θύματα. Μερικές φορές μετανιώνω για εκείνη την αδυναμία μου. Προσπαθώ να σκεφτώ τί θα γινόταν ΑΝ είχα διαλέξει άλλο δρόμο για να το πολεμήσω, τί θα είχε συμβεί, τί επιπτώσεις θα είχε όλο αυτό στην δικιά μου ζωή και ενδεχομένως στην οικογένειά μου. Πολλά σενάρια περνάνε απο το μυαλό μου. Ξέρω καλά όμως πως έπραξα αυτό που ένιωθα, με όση δύναμη μου είχε απομείνει. Ίσως αν το ξαναζούσα από την αρχή πάλι τα ίδια να έκανα, ίσως και όχι.. Δυστυχώς, σε τέτοιες καταστάσεις οι αποφάσεις πέρνονται κάτω απο δύσκολη ψυχολογία και με ελάχιστο χρόνο για να το μελετήσεις προσεχτικά. Έτσι το ένιωσα, αναγκασμένη να πάρω μια βιαστική σταθερή απόφαση. Για το μόνο που χαίρομαι είναι οτι σήμερα, εδώ, μπροστά σας, καταφέρνω και δίνω ψυχή στην σιωπή μου. >>

Επιτρέψτε μου να μην αναφερθώ στο αν αυτή η ιστορία είναι δικιά μου ή κάποιας άλλης, δεν έχει σημασία απο ποιο στόμα προέρχεται, εγώ σήμερα, εδώ, έχω τον ρόλο του αφηγητή. Το αφήνω λοιπόν στην δικιά σας κρίση και στην δικιά σας φαντασία.
Επειδή σαν επίλογο είχα γράψει αυτό που βλέπετε διαγραμμένο και δημιουργήθηκε μια μικρή παρεξήγηση αλλα ευτυχώς λύθηκε, θέλω να σας τονίσω πως η ιστορία που διαβάσατε είναι μια απλή αφήγηση και όχι προσωπική εξιστόρηση. Εγώ απο την μεριά μου σαν Μελοκάννελο έχω να σας δώσω τα εξής στοιχεία σχετικά με την σεξουαλική κακοποίηση των γυναικών: 

   683.000 βιασμοί λαμβάνουν χώρο κάθε χρόνο
αυτό ισοδυναμεί με 
56.916 τον μήνα
1.874 την ημέρα 
78 την ώρα
1.3 το λεπτό 

Δεν ξέρω αν οι παραπάνω αριθμοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, αν είναι 683 χιλιάδες ή 684 χιλιάδες, αν αναφέρονται σε μία χώρα ή παγκοσμίως,  αλλά σίγουρα το μέγεθος είναι αυτό που δημιουργεί εντυπώσεις. Συμβαίνουν κάθε μέρα, κάθε ώρα,κάθε λεπτό, σε ανθρώπους δικούς μας, γείτονες, φίλους, γνωστούς, άγνωστους. Το ότι καταγράφονται ορισμένοι απο αυτούς τους βιασμούς δεν σημαίνει οτι καταγράφονται και όλοι. Γιατί είναι πολλοί που επιλέγουν τον δρόμο της σιωπής, ακόμα και αν δεν το θέλουν, ακόμα και αν αναγκάζονται. 

 Εγώ ειλικρινά δεν μπορώ να κρίνω κανένα θύμα για το πώς έπραξε, γιατί δεν ξέρω αν εγώ στην θέση του θύματος θα μπορούσα να δώ μέσα απο τον γκρεμό τον σωστό δρόμο.

Να είσαστε πάντα καλά.


*** Ύστερα απο σχόλιο που άφησε η αγαπητή serenata και με την βοήθεια του gatoseoistro βρέθηκε πρόσφατη στατιστική ανάλυση σχετικά με τα ποσοστά βιασμών ανα τον κόσμο.. μπορείτε να διαβάσετε λεπτομέριες και εδω http://directnews.gr/world/21948-sokaroun-oi-diethneis-statistikes-gia-tous-viasmous.html