Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποστολή φαγητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα αποστολή φαγητό. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 21 Φεβρουαρίου 2013

Ένα ποδήλατο αναμνήσεις



Ένα ποδήλατο γεμάτο αναμνήσεις
Βγαίνω στην αυλή όπως κάθε φορά τόσα χρόνια και κοιτάζω τριγύρω μου. Με βλέμμα μελαγχολικό παρατηρώ ακόμα και τα δέντρα για να εντοπίσω το πόσο πολύ έχει αλλάξει το τοπίο. Έτσι απλά, απο την μια στιγμή στην άλλη και πριν καν το συνειδητοποιήσω, όλα αλλάζουν. Παντού έχει ξεφυτρώσει και μια νέα καμινάδα, μία νέα κεραμιδένια στέγη, μια νέα πλακόστρωτη αυλή. Όμως για ακόμα μια φορά έχω συντροφιά μου την ίδια γαλήνη που έχω κάθε φορά που επιχειρώ αυτή την μικρή έρευνα. Κάνω βόλτες γύρω από το σπίτι για να ρίξω ματιές παντού, να δω αν όλα είναι στην θέση τους, όπως τα άφησα την τελευταία φορά που βρέθηκα εδώ. Κοντοστέκομαι απέναντι από το υπόστεγο και καρφώνω το βλέμμα μου εκεί, ασυναίσθητα. Ανάμεσα σε έναν σωρό από ξύλα, δίπλα σε παλιοσίδερα και σαβούρες στέκεται  σκουριασμένο, ταλαιπωρημένο, εγκαταλειμμένο. Νιώθω το κάλεσμα του (παρα)πόνου που το παρατήσαμε εκεί, μόνο του, σε έναν αργό θάνατο, στο πέρασμα του χρόνου. «Θυμάσαι?» είναι σαν να μου λεει με θλίψη. Αναστενάζω με λύπη και το μυαλό μου τρέχει πίσω, την πρώτη φορά που το αντίκρισα, την πρώτη φορά που με μάγεψε με την ομορφιά του. 

Θυμάμαι..

Κάθομαι στην αυλή με τα πόδια σταυρωμένα σαν φακίρης και με τα μάτια διάπλατα και γουρλωμένα.  Με ένα τεράστιο χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλια μου περιεργάζομαι αυτό το νέο απόκτημα που μόλις «πάρκαραν» στις μαύρες πλάκες του σπιτιού. Ένα ποδήλατο!! Ένα ποδήλατο μεγάλο, ροζ, με ολόλευκη σέλα και ολόλευκο ψάθινο καλάθι, άσπρα λάστιχα, και ένα μεταλλικό στρογγυλό κουδουνάκι στο τιμόνι. Το περιεργάζομαι για ώρες με τα μάτια μου, το μελώνω, και δεν τολμώ ούτε να το αγγίξω για να μην το ρίξω κάτω από την ατζαμοσύνη που κουβαλάω και το χαλάσω. Δεν είναι δικό μου απόκτημα μα το νιώθω ήδη σαν δικό μου. Διασχίζω ήδη τους δρόμους του μυαλού μου καβάλα σε αυτό το ποδήλατο. Το ζήλεψα πολύ από την πρώτη στιγμή, γιατί εγώ ποδήλατο δικό μου δεν είχα, πάντα «δανειζόμουν» τα άλλα ποδήλατα που ανήκαν στην οικογένεια, όπως εκείνο το κίτρινο BMX που είχε αποκτήσει η αδερφή μου και όλο το ζητούσα μα δεν με άφηναν, γιατί ήμουν μικρή λεει και δεν είχε βοηθητικές ρόδες. Ώσπου και εγώ μια μέρα από πείσμα το βούτηξα και στην πρώτη πεταλιά γκρεμοτσακίστηκα. Μετά την κατσάδα που έφαγα συμβιβάστηκα στο να μου βάζουν βοηθητικές για να μπορώ να το παίρνω και να με κοροϊδεύουν τα άλλα παιδιά. Τώρα, μπροστά μου, ακόμα μια φορά ο πειρασμός, μα είμαι μεγάλη πια και ξέρω πως μπορώ να το κουμαντάρω, χωρίς βοηθητικές και χωρίς κοροϊδίες.

-Έλα πάμε να κάνουμε βόλτα!! Ε, Τι κάθεσαι και το κοιτάς! Πάμε να το κατεβάσουμε στον δρόμο!

Με σκούντηξε δυνατά η ξαδέρφη μου και συνήλθα από την μαγεία της στιγμής. Η ξαδέρφη μου η συνονόματη, με το καρέ μαλλί, το τσουλούφι κοκοράκι και τα στραβά μπροστινά δοντάκια. Η ξαδέρφη μου με την αγορίστικη σιλουέτα που πάντα με ζήλευε και κοκορευόταν για τα παιχνίδια της αλλά πάντα επεδίωκα την παρέα της. Καθόλου δεν μου έμοιαζε, σε τίποτα. Μία ηλικία βλέπεις και οι δύο και πάντα το έβλεπε ανταγωνιστικά απέναντί μου ακόμα και όταν μεγαλώσαμε. Δεν άντεχε ούτε το γεγονός ότι δίπλα από το όνομά μας για να μας ξεχωρίσουν εγώ είχα την λέξη «Μεγάλη» και εκείνη την λέξη «Μικρή». Η διαφορά μας ήταν μόλις δυόμισι μήνες και είμαι σίγουρη πως ακόμα και μέσα από την κοιλιά της μητέρας της θα είχε σκάσει από την ζήλια της που δεν πρόλαβε να γεννηθεί πρώτη. 

Το ποδήλατο αυτό το ζήλεψα πολύ, γιατί θα ήθελα να είναι ένα ποδήλατο όλο δικό μου και να μπορώ και εγώ μια φορά να το δείξω στους φίλους μου με καμάρι. Όμως, το χάρηκα όσο δεν φαντάζεσαι, σαν να ήταν δικό μου. Με την κάθε ευκαιρία το άρπαζα και βρισκόμουν στον δρόμο, με συνοδεία πάντα. Το ποδήλατο είχε ταξιδέψει από την Αθήνα για να παραμείνει στο χωριό, στο σπίτι της γιαγιάς, το σημείο σταθμός για όλα τα πρωτοξάδερφα που περνούσαμε τα καλοκαίρια μας εκεί. "Να το έχετε να κάνετε βόλτες", είχε πει η θεία μου με την χαμογελαστή και συνάμα τσιριχτή φωνή της. Και έτσι το ποδήλατο αυτό πάντα στεκόταν εκεί στο υπόστεγο και μας περίμενε, κάθε φορά σκονισμένο μα πάντα όμορφο, για να το πλύνουμε με το λάστιχο και να το ταξιδέψουμε στους δρόμους του χωριού συντροφιά με τα γέλια μας. Ήταν το δικό μας μεταφορικό μέσο για να πηγαίνουμε από την μία άκρη του χωριού έως την άλλη χωρίς να μπορεί να μας πει κανένας τίποτα, χωρίς κατσάδιασμα από τους γονείς μας. "Έχουν το ποδήλατο να ασχολούνται", λέγανε με γέλια οι δικοί μας που θέλανε και λίγο την ηρεμία τους. Και έτσι φεύγαμε το πρωί και γυρνούσαμε μόλις νύχτωνε, χορτασμένες από βόλτα και κατακουρασμένες από τις πεταλιές που ρίχναμε για να το επιστρέψουμε πίσω. 

Το καβαλούσαμε και οι δυο μας, πότε εγώ με την ξαδέρφη, πότε με την αδερφή μου, πότε με την αδερφή της. Πάντα ήμασταν δύο, ποτέ ένας μόνος του. Στις κατηφόρες ήταν το ωραίο. Ανεβαίναμε και οι δύο, η μία καθιστή και η άλλη όρθια και αφήναμε να γλιστρήσει στον δρόμο με φόρα. Τέντωνα τα πόδια και τα χέρια μου και ένιωθα τον αέρα να με διαπερνάει και πότε πότε φώναζα να έχει και το νου της να πατήσει φρένο μην βρεθούμε στις χωραφιές και γκρεμοτσακιστούμε. Χτυπούσαμε και το κουδουνάκι του για να γίνεται αισθητή η παρουσία μας και τα γέλια μας ακούγονταν σε όλο το χωριό. Οι ανηφόρες όμως ήταν το πραγματικό ζόρι. Εκεί τσακωνόμασταν ποιος θα κάνει πετάλι να κουβαλήσει τον άλλον. Ήταν βλέπεις και το σπίτι της γιαγιάς τέρμα θεού, στον λόφο! Και όταν δεν είχαμε δυνάμεις να σηκώσουμε βάρος, πάντα ο ένας επέστρεφε με τα πόδια. Την λύση την είχαμε βρει και σε αυτό φυσικά, την μία μέρα θα έκανε πετάλι η μία, την άλλη μέρα η άλλη και έτσι όλοι έμεναν ευχαριστημένοι. Κάθε φορά που ερχόταν η σειρά μου είχα μούτρα στην επιστροφή γιατί μπορεί η ξαδέρφη να ήταν πούπουλο αλλά δεν μου άρεσε καθόλου που έριχνα εγώ το ζόρι της ανηφοριάς αντί να απολαμβάνω την διαδρομή όπως έκανε εκείνη. 

Όμως με τον καιρό αυτό το ποδήλατο ήρθε να μας δέσει σε κάτι ακόμα, κάτι πολύ πιο ισχυρό σε αναμνήσεις, από ότι οι απλές καθημερινές μας βόλτες. Όταν η γιαγιά δεν μπορούσε να πηγαίνει η ίδια το μεσημεριανό φαγητό στον πατέρα της, που βρισκόταν το σπίτι του μες στο χωριό και μακριά από το δικό της, αναλάβαμε εμείς με το ποδηλατάκι μας να του το πηγαίνουμε. Έτσι, κάθε μεσημέρι στις 12 ακριβώς το φαγητό έπρεπε ήδη να βρίσκεται στο τραπέζι του παππού, διαφορετικά αν αργούσαμε δέκα λεπτά ο παππούς έφτιαχνε ένα τσάι με φρυγανιές και έτρωγε και μας αγριοκοίταζε που τον αφήσαμε νηστικό. Είχε τα χάπια του να παίρνει στην ώρα του και σε αυτό ήταν πάντα τυπικός. Για εμάς πλέον ήταν το άγχος μας να τον προλαβαίνουμε καθώς μας τόνιζε η γιαγιά συνέχεια να μην χαζολογήσουμε στον δρόμο και αργήσουμε.

«Μην αργήσετε και μείνει νηστικός!! Έχει και τα χάπια του και ποιος τον ακούει μετά!!»

Είχαμε την μικρή μας αποστολή κάθε μέρα και αυτό μας άρεσε πολύ. Βάζαμε το αχνιστό ταπεράκι με το φαγητό στο ολόλευκο καλαθάκι μας και τα  ποδαράκια μας παίρνανε φωτιά για να προλάβουμε τον παππού. Χτυπούσαμε και το κουδουνάκι ανά διαστήματα, σαν αστείο, ότι τρέχουμε να προλάβουμε και να προειδοποιήσουμε τυχόν αμάξια που θα βρίσκονταν στον δρόμο μας.  Για την ακρίβεια, τρέχαμε να προλάβουμε τον προπάππου μας. Γιατί είμαι από τα τυχερά εγγόνια που γνώρισαν δύο προπαππούδες και μια προγιαγιά και μάλιστα μέχρι μεγάλη ηλικία. Και τους αγαπήσαμε όλους, καθέναν για τον ξεχωριστό χαρακτήρα του. Όμως ο προπάππους ο Βασίλης ήταν ο πιο αγαπητός μας. Θες γιατί τον χάσαμε νωρίτερα από ότι περιμέναμε, θες γιατί είχε έναν απίστευτο χαρακτήρα και μια πάστα ανθρώπου ιδιότροπη μεν αλλά που πλημμύριζε από κύρος? Ίσως όλα αυτά μαζί.

Με το καπελάκι του το ατσαλάκωτο, το γιλεκάκι το γκρι, το ρολόι τσέπης με την αλυσιδίτσα του, το μαντηλάκι στο πέτο και πάντα με το κουστούμι ατσαλάκωτο και αυτό. Πάντα ευγενικός, με τρόπους, κινούσε κάθε μέρα για την πλατεία του χωριού και όλοι τον καμαρώνανε. Και έκλεβε και ένα λουλουδάκι από τον κήπο για να το μυρίζει σε όλη την διαδρομή. Δεν θυμάμαι άλλον να κυκλοφορεί έτσι μέσα στο χωριό. Αρνιόταν να ενταχθεί στο όλο κλίμα του χωριού και κρατούσε πάντα την φινέτσα της πόλης. Είχε τις ιδιοτροπίες του με το φαγητό, ήθελε να είναι όλα στην ώρα τους. Αλλά όταν καθόμασταν μαζί του πάντα μας έλεγε ιστορίες από την ζωή του, πάντα μας αγκάλιαζε, σαν να ήμασταν δικά του παιδιά. Και όποτε ήξερε ότι φτάναμε από Αθήνα για τις καθιερωμένες διακοπές φρόντιζε πάντα στο κελάρι και στο ψυγείο του να υπάρχουν γυάλινα μπουκάλια με αναψυκτικά για να μας προσφέρει. Να μην μας λείψει τίποτα. 

Ναι τον αγαπήσαμε πάρα πολύ τον προπάππου τον Βασίλη, και αυτή την μικρή αποστολή μας την εκτελούσαμε με προσοχή και χαρά γιατί ξέραμε πως είναι μια ευκαιρία ακόμα για να τον συναντήσουμε, για να κάτσουμε δίπλα του και να μας πει τις ιστορίες του. Για να πιούμε ένα ακόμα αναψυκτικό και να ξεδιψάσουμε από την διαδρομή και για να μας δώσει χαρτζιλίκι να πάρουμε παγωτό. Επτά δισέγγονα είχε και ποτέ δεν ξεχώρισε κανένα, ποτέ δεν μας έλειψε τίποτα. Τον αγαπήσαμε πάρα πολύ, περισσότερο και από τους γονείς μας. Ακόμα και όταν μας γκρίνιαζε που αργήσαμε να του πάμε φαγητό εμείς του χαμογελούσαμε και προσπαθούσαμε να τον πείσουμε να φαει. 

Έτσι το ροζ ποδηλατάκι μας με τα χρόνια εκτελούσε μόνο αυτή την διαδρομή. Σταματήσαμε τις υπόλοιπες βόλτες γιατί και μόνο αυτή η βόλτα για όλη την ημέρα αρκούσε. Το είχαμε μόνο για να πηγαίνουμε το ζεστό ταπεράκι με το άγχος της ώρας να μην αργήσουμε. Ώσπου ήρθε η στιγμή που κανείς δεν περίμενε και ο προπάππους χάθηκε. Ένα βράδυ, έτσι ξαφνικά. Και το σπίτι του ρήμαξε με τον χρόνο και τώρα στέκεται και αυτό μόνο του σε έναν θάνατο αργό. Όπως και το ποδηλατάκι μας. Έμεινε ακινητοποιημένο στο υπόστεγο γιατί κανείς μας δεν ήθελε να το ξαναπάρει βόλτα. Είχε μείνει η ανάμνηση της αποστολής η οποία κόπηκε έτσι ξαφνικά. Γιατί κάθε φορά που το κοιτούσαμε βλέπαμε το τάπερ να αχνίζει στο καλαθάκι του και ο προπάππους ο Βασίλης που μας περίμενε να μας γνέφει από το παραθύρι του. Έμεινε το ποδηλατάκι να αργοπεθαίνει και αυτό στο υπόστεγο.

Πλέον το ποδηλατάκι το κάποτε ροζ και αστραφτερό, που κάποτε μας κουβαλούσε επάνω του, κουβαλάει μόνο αναμνήσεις που θα μείνουν βαθιά χαραγμένες μέσα μας, όσα χρόνια και να περάσουν..  


Σας φιλώ γλυκά.


** Αφιερωμένο στις ξαδέρφες μου και τα κοινά μας παιδικά χρόνια με εκείνο το ποδηλατάκι.. Και μόλις ενημερώθηκα απο την μητέρα μου (κάποιες ώρες μετά την ανάρτηση) οτι ο προπάππους Βασίλης πέθανε Φεβρουάριο του 1995, τέτοιες μέρες περίπου.. ίσως να μην είναι τόσο τυχαίο που σήμερα ήρθε στην σκέψη μου..