Περάσανε και τα
τριήμερα (δυστυχώς), περάσανε και τα γενέθλιά μου, οι γιορτές και τα γενέθλια φίλων, γνωστών και μη, καθώς
και οι πρώτες ανοιξιάτικες εκδρομούλες στην εξοχή. Με το που ανοίγει λίγο ο καιρός και ανεβαίνει η θερμοκρασία δεν θέλω και πολύ για να βρίσκω αφορμές και να λείπω από το σπίτι. Οπότε αν στο εξής ψιλοχάνομαι να μην ανησυχείτε, απλά θα απολαμβάνω την ζωή εκτός σπίτιού, όσο μπορώ δηλαδή σαν άνεργη που είμαι (να δω πότε θα γλιτώσω από αυτή την ταμπέλα).
Μαζί με όλα αυτά περάσανε και τα
βραβειάκια από το blog μου που ήθελα να τα τιμήσω με τον τρόπο
μου καθώς και ένας χαμός από νέες αναρτήσεις που κάθε φορά έτρεχα να τις
διαβάσω και κολλούσε και ο mozilla μου επειδή τις
άνοιγα σχεδόν όλες μαζί. Τουλάχιστον 30 αναρτήσεις ανοιγμένες την φορά, δεν
είναι και λίγο. Ειδικά όταν διαπίστωσα πως αυτό με καθυστερούσε περισσότερο
ήταν το ότι πολλοί από εσάς έχετε φορτώσει τις σελιδούλες σας με τραγουδάκια. Μια
μέρα μάλιστα που είχα ξεχάσει ανοιχτά τα ηχεία διαπίστωσα έντονα πως τελικά
είναι αρκετά τα blogs με την μουσική υπόκρουση. Οπότε, κάθε
φορά που επιχειρώ να σας διαβάσω όλους μαζί κλείνω και το ηχείο μου ταυτόχρονα
και κάνω και εκατό προσευχές να μην κολλήσει το σύμπαν. Τέλος, είχα και να διαβάσω ιστορίες και να
βαθμολογήσω για το «Παιχνίδι με τις Λέξεις» που διοργανώνει η Φλώρα! Τρεις
αναρτήσεις με συνολικά 28 ιστορίες δεν βοήθησε καθόλου για τον ελάχιστο χρόνο
που μου έμενε. Όμως, πρόλαβα και το χώρεσα και αυτό στο πρόγραμμά μου και το
ευχαριστήθηκα ακόμα μια φορά!!
Και αφού πέρασαν
όλα αυτά και κατάφερα να βρω λίγο ελεύθερο χρόνο είπα να αρπάξω την ευκαιρία να
ετοιμάσω μια ανάρτηση της προκοπής, εννοώ ανάρτηση πιο σοβαρού περιεχομένου. Μια ανάρτηση που είχα πάνω από δύο εβδομάδες στο μυαλό μου για ένα θέμα που με
απασχόλησε πάρα πολύ και γέμισε την καθημερινότητά μου με άσχημα και λυπηρά
γεγονότα (παρόλα τα γέλια και τις χαρές που έκανα με τα όσα προανέφερα). Αυτές
τις ημέρες λοιπόν ήρθα πάρα πολύ κοντά στην τρίτη ηλικία και για πρώτη φορά
προβληματίστηκα ειλικρινά πάρα πολύ. Ας τα πάρω όμως με την σειρά.
Όπως σας είχα
αναφέρει μέσα από παλαιότερες αναρτήσεις μου είμαι από τις τυχερές, θεωρώ, που
γνώρισα μέχρι αρκετά μεγάλη ηλικία όχι μόνο παππούδες και γιαγιάδες αλλά και
προπαππούδες και προγιαγιάδες. Έτσι, το να βρίσκομαι κοντά σε ανθρώπους αρκετά
μεγαλύτερης ηλικίας ποτέ δεν με ξένισε και ίσα ίσα με χαροποιούσε κιόλας. Κοντά
τους έμαθα πολλά, έζησα πολλές όμορφες στιγμές και η έλλειψή τους ακόμα και
σήμερα είναι κάτι που με σημαδεύει. Μέσα σε όλα όσα θυμάμαι από εκείνους,
θυμάμαι και την γιαγιά μου να προσέχει την μητέρα της σε ηλικία 100 και βάλε
χρονών, καθώς και την μητέρα μου να προσέχει την πεθερά της σε ηλικία 75χρονών,
όταν η δεύτερη διαγνώστηκε με καρκίνο σε μια κατάσταση πολύ άσχημη που τελικά
ήταν και η μοιραία. Επομένως, ο όρος «φροντίδα» και μάλιστα για τους
μεγαλύτερους σε ηλικία δεν ήταν ποτέ ξένος για εμένα. Γιατί πολύ απλά με αυτά
τα πρότυπα μεγάλωσα και είμαι μάλιστα και πολύ περήφανη για αυτό. Ένιωθα δυνατή και ετοιμοπόλεμη στο κομμάτι αυτό. Ένιωθα..
Σήμερα, έχω
απομείνει με μια γιαγιά και δύο παππούδες. Όσο περνάει ο καιρός τόσο προσπαθώ
να συνηθίσω στην ιδέα ότι θα έρθει και η στιγμή που θα τους αποχαιρετήσω.
Προετοιμασία όμως σε αυτό δεν υπάρχει και είμαι σίγουρη πως όταν έρθει αυτή η
στιγμή εγώ απλά θα καταρρεύσω. Γιατί όσο περνάνε τα χρόνια τόσο γεμίζεις με
εμπειρίες και δένεσαι περισσότερο μαζί τους. Για την γιαγιά και τον παππού που
μένουν στα Γιάννενα (γονείς της μητέρας μου) δεν ανησυχώ τόσο. Είναι μαζί,
είναι κοντά ο ένας στον άλλον, αγαπημένοι για τόσα χρόνια. Σύντροφοι σε όλα
τους. Επίσης, υπάρχουν τόσοι συγγενείς τριγύρω τους που όλο και κάποιος θα
υπάρξει να τρέξει πιο γρήγορα από εμάς που είμαστε στην Αθήνα. Αυτό κάπως καθησυχάζει
τα πράγματα. Ο παππούς μου όμως που μένει στην Εύβοια (γονιός του πατέρα μου)
μένει μόνος του εκεί εδώ και 16 σχεδόν χρόνια, από τότε που έχασε την γυναίκα
του και γιαγιά μου από καρκίνο. Δεν θέλησε ποτέ να έρθει μαζί μας στην Αθήνα,
επέλεξε την μοναξιά του στο σπίτι που είχε μάθει να μένει σχεδόν όλα τα χρόνια
της ζωής του. Επέλεξε την μοναξιά ολοκληρωτικά διότι εκεί που βρίσκεται μόνο ο
Θεός αν καταφέρει να τον ακούσει και τρέξει κοντά του. Γεγονός που πάντα με
τρόμαζε και με φόβιζε για όταν έρθει η άσχημη στιγμή και εμείς απλά θα
αργήσουμε να το ανακαλύψουμε.
Και η άσχημη
στιγμή κόντεψε να έρθει. Ο παππούς ο μοναχικός λοιπόν, κατήλθε σε μια πολύ
άσχημη σωματική κατάσταση. Φυσικά αυτό το ανακαλύψαμε μόνοι μας, όταν στην
τελευταία μας επίσκεψη τον βρήκαμε «τέζα» στο κρεβάτι του, να έχει χάσει κάθε
επαφή με το περιβάλλον και να μην μπορεί να μας ανοίξει την πόρτα του σπιτιού
επί τρίτα τέταρτα. Αφού η καρδιά μας ήρθε στην θέση της όταν τον είδαμε να
κουνιέται και καταφέραμε να μπούμε στο σπίτι, τον βουτήξαμε όπως όπως και τον
φέραμε στην Αθήνα για εξετάσεις. Η διάγνωση ήταν, ευτυχώς, πως είχε τελείως
βουλωμένα αυτιά και φυσικά πολύ υψηλό ζάχαρο το οποίο τον είχε ρίξει σε
καταστολή. Η κατάστασή του κρίθηκε σοβαρή ώστε να παραμείνει όσο χρειαζόταν για
να σταθεί ξανά στα πόδια του και να παρακολουθήσουμε λίγο το ζάχαρό του.
Κάπως έτσι μου
ήρθε ο ξαφνικός θάνατος μέσα μου και με αποτελείωσε η όλη κατάσταση. Διότι το
να μείνει κοντά μας δεν ήταν τελικά καθόλου εύκολη υπόθεση. Το σοβαρότερο θέμα
που αντιμετωπίσαμε ήταν το θέμα της τουαλέτας καθώς και τα απίστευτα νεύρα του
και οι εκρήξεις συμπεριφοράς που είχε όταν προσπαθούσαμε να τον συζητήσουμε. Το
μεγαλύτερο βάρος φροντίδας φυσικά έπεσε σε εμένα καθώς ήμουν η μόνη που ως επί
το πλείστον βρισκόμουν κοντά του το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας, καθώς όλοι οι
υπόλοιποι έλειπαν στις δουλειές τους. Όμως, παρόλα αυτά, κοντά μου υπήρχε μια ηρεμία και ας
αναγκαζόμουν να έχω τον νου μου να καθαρίζω την τουαλέτα κάθε τρεις και δυο.
Φυσικά η ηρεμία ήταν σχετική, διότι όλη την ημέρα είχε το derti fm στο διαπασών να
παίζει και αυτός ο Παντελίδης να μου τσιτώνει τα νεύρα θέλοντας και μη. Όχι
σταθμό δεν άλλαζε, ήθελε derti fm, το προσπάθησα και αυτό να το επιχειρήσω αλλά στάθηκα άτυχη. Το πραγματικό
όμως ζόρι ήταν όταν μαζευόταν όλη η οικογένεια και προσπαθούσαν να τον
συζητήσουν, διότι ο παππούς πέρα από μοναχικός νιώθει και παληκαράς και δεν
δεχόταν καμία κουβέντα για την κατάστασή του. Το πείσμα και οι φωνές ήρθαν και
έδεσαν σαν το κερασάκι στην τούρτα.
Παντελίδης + Φωνές και εντάσεις +
Σφουγγαρίστρα κάθε τρεις και δύο + Οτιδήποτε άλλο μπορούσε να προκύψει Χ κάθε ημέρα =
Θέλω να πάρω τα βουνά γιατρέ μου, προς τα πού είναι η έξοδος κινδύνου??
Η όλη κατάσταση
και η σοβαρότητα της υγείας του μας έκανε να σκεφτόμαστε και να συζητάμε έντονα
το ενδεχόμενο να μείνει μόνιμα κοντά μας. Όμως, όσο το ζούσα στην πράξη, έβλεπα
ότι στην ουσία ήταν εύκολο να το λες αλλα δύσκολο έως ακατόρθωτο να το κάνεις.
Διότι πέρα από το ότι θα έπεφτε όλο το βάρος της φροντίδας σε εμένα (αυτό ήταν το λιγότερο) και εγώ
ένιωθα ήδη ότι δεν είχα τις δυνάμεις, έβλεπα πως η παραμονή του δημιουργεί τόσο
μεγάλη ένταση και εκνευρισμό στην οικογένεια που θα μπορούσε κάλλιστα να μας
διαλύσει όλους. Διότι ο παππούς ήθελε να φύγει πάση θυσία και έκανε τα πάντα για να το
επιτύχει. Συν του ότι φοβόμουν μην μου πέσει κάτω, γιατί δεν περπατάει καλά,
και δεν θα μπορούσα και να τον σηκώσω. Αν σκεφτείς μόνο ότι για να κάνει μπάνιο
τον κρατούσαν δύο άντρες, μπορείς να καταλάβεις την φοβία μου και το άγχος μου
για το τι θα κάνω στο ενδεχόμενο μιας πτώσης.
Συζητήθηκε ακόμα
και το ενδεχόμενο να τον πάμε σε ένα γηροκομείο. Όμως, με το πείσμα και το
νεύρο και την ξεροκεφαλιά που τον διέκρινε, δεν νομίζω να μπορούσαμε να τον
πείσουμε για κάτι τέτοιο και ούτε φυσικά να τον πάμε εκεί με το ζόρι. Άσε δε
που σε κάποια φάση σκέφτηκα το ενδεχόμενο να τσακώνεται με όλους τους
υπόλοιπους του γηροκομείου και τους λυπήθηκα. Μικρασιάτης σωστός ο παππούς
τελικά και πολύ δύσκολη περίπτωση. Έτσι, απορρίφθηκε η ιδέα του γηροκομείου και
με μια μεγάλη λύπη να πω (?) δυσκολία να πω (?) του προτείναμε αν θέλει να
μείνει κοντά μας. Η αρνητική του απάντηση ήταν αδιαπραγμάτευτη, μια απάντηση που δεν άλλαξε καθόλου αυτά τα 16
χρόνια, από εκείνη την ημέρα που έμεινε μόνος και του είχαμε ξανακάνει την ίδια
πρόταση. Φαντάζομαι πως η άρνησή του όμως εν μέρει ανακούφισε και αρκετούς στην
οικογένεια, διότι όντως οδηγούμασταν προς την απόλυτη διάλυση. Εγώ απλά στάθηκα στήλη άλατος μπροστά στο σωστό, το πρέπει, το δεν πρέπει, το μπορώ, δεν μπορώ, το θέλω και δεν το θέλω. Τραμπάλα στα 32 μου...
Έτσι ο παππούς ο
μοναχικός καβαλάρης της δικιάς του ζωής, μας αποχαιρέτησε την ημέρα που κρίθηκε
ακίνδυνο από τους γιατρούς που τον παρακολουθούσαν και επέστρεψε στην βάση του.
Βέβαια, η αποχώρηση έγινε μέσα σε ένταση και αυτή καθώς ο φόβος μου
πραγματοποιήθηκε εν μέρει, και έπεσε μπροστά στα μάτια μου και σωριάστηκε φαρδύς πλατύς στα μάρμαρα και ευτυχώς που δεν
έσπασε καμιά λεκάνη για να τον τρέχουμε στο ΚΑΤ αντί για το σπίτι του. Γιατί πολύ θα στεναχωριόμουν για την κατάστασή του και δεν θα το άντεχε η καρδιά μου να τον βλέπω κατάκοιτο. Αλλά και το
πέσιμο αυτό πολύ με ταρακούνησε, και με έκανε να δακρύσω και να τρέμω σαν το
ψάρι καθώς τον ένιωσα να στηρίζεται επάνω μου και να τρέμει και εκείνος. Δεν
μπορούσα να συνέλθω για ώρες...
Όλα αυτά λοιπόν
με αποτελείωσαν. Γιατί ένιωσα τελείως αδύναμη. Γιατί ένιωσα τελείως
μικρή μπροστά σε όσα θαύμαζα τόσα χρόνια, σε εικόνες απίστευτης ψυχικής
δύναμης. Στις εικόνες εκείνης της γιαγιάς, που είχε το μισό ύψος από το δικό μου, να σηκώνει μόνη
της την κατάκοιτη μητέρα της και να την φροντίζει σε όλα μόνη της. Τρομάζω στην
ιδέα ότι δεν θα μπορέσω ποτέ να φανώ αντάξια μιας ανάλογης κατάστασης με τους
δικούς μου γονείς. Τρομάζω στην ιδέα μην προκύψει κάτι πολύ νωρίτερα, πολύ πριν
γίνω γιαγιά, πολύ πριν προλάβω να αποκτήσω ίσως τις απαραίτητες δυνάμεις. Άραγε τις αποκτάς με
τον χρόνο? Μήπως είναι έμφυτες και εγω μόλις διαπίστωσα πως δεν τις έχω? Ή μήπως απλά αναγκάζεσαι να τις αποκτήσεις με την δύναμη της θέλησης? Διότι εγώ το θέλησα πολύ
αλλά τελικά στάθηκα ανήμπορη, όχι σε πράξεις αλλά σε αισθήματα. Στις πράξεις ήμουν συνεπής αλλά το ένιωσα περισσότερο
σαν καταπίεση παρά σαν προσφορά. Και ένιωσα ντροπή με αυτό γιατί ήθελα να μπορώ
να προσφέρω χωρίς να καταπιέζομαι. Και μέσα σε όλα αυτά έχω
παγώσει απέναντι σε απόψεις τύπου «θα μπει γηροκομείο» ή «θα μείνει κοντά μας».
Διότι ειλικρινά είναι πάρα πολύ δύσκολο, όποιο δρόμο και αν επιλέξεις από πάρα
πολλές απόψεις.
Φτάνω λοιπόν στο συμπέρασμα πως οι απόψεις
που έχεις διαμορφώσει για την ζωή αποκτούν την τελική τους μορφή μόνο
όταν μπεις και χορέψεις τον χορό της. Το να στέκεσαι θεατής σε εικόνες
που συγκινούν και να λες πως και εσύ το ίδιο θα έκανες, απέχει πολύ
περισσότερο από τις εικόνες που βιώνεις όταν αναγκάζεσαι να το ζήσεις σε
όλη του την έκβαση. Εύκολο να το λες, μα πάρα πολύ δύσκολο να το
κάνεις. Διότι δεν αρκεί να απλώσουμε μόνο το χέρι από το σώμα μας για να τους σηκώσει αλλά να απλώσουμε το χέρι της ψυχής μας να τους αγκαλιάσει. Αν εκτιμούσα εως τωρα μια φορά όσους έχουν την δύναμη να
επωμίζονται όλη αυτή την φροντίδα και την ευθύνη, τώρα απλά τους εκτιμώ
δέκα φορές περισσότερο, και ίσως λίγα λέω.
Η παρουσία του
παππού εδώ ήρθε και σήκωσε κύματα μέσα μου, ένα μικρό τσουνάμι... και εγώ απλά
στέκομαι να με χτυπάνε τα κύματα ανελέητα προσπαθώντας να σταθώ δυνατή στα
πόδια μου, στο ότι φέρει και μου αφήσει στο πέρασμά του.
![]() |
| "Δεν αρκεί μονάχα το χέρι του σώματός μας αλλά και το χέρι της ψυχής μας" |
Σας φιλώ γλυκά!











