Κυριακή 30 Δεκεμβρίου 2012

Μία θέση στο παράθυρο

Καθισμένη ακόμα μια φορά μπροστά από το αγαπημένο της παράθυρο, εκεί που πάντα απο μικρή της άρεσε να κάθεται με τις ώρες και να χαζεύει το δρόμο. Εκεί που η ζέστη απο το καλοριφέρ ανέβαινε στο πρόσωπό της και την έκαιγε. Σε αυτή την αγαπημένη της θέση από όπου χανόταν στα πιο μοναχικά της ταξίδια. Μιά θέση στο παράθυρο, όπως άλλωστε επέλεγε πάντοτε σε όλα της τα ταξίδια είτε αυτά γινόντουσαν με αμάξι, με τρένο ή με αεροπλάνο. Ένα παράθυρο ήταν πάντοτε το μέσο που την έφερνε κοντά στις δικές της σκέψεις, στα δικά της όνειρα.

Στέκεται σχεδόν ημίγυμνη μπροστά στον δικό της κόσμο με μια λεπτή κουβέρτα να σκεπάζει το κορμί της. Η ημέρα βροχερή και θλιμμένη, όμως για κάποιο λόγο εκείνη καταφέρνει και εντοπίζει μια ανεξήγητη ομορφιά στο τοπίο που ξεδιπλώνεται στα μάτια της. Όλα της μοιάζουν τόσο ζωντανά, τόσο όμορφα. Το χρώμα από τα δέντρα, οι δρόμοι, το ίδιο της το μπαλκόνι. Είναι η πρώτη φορά που αυτή η βροχή δεν την τρομάζει, δεν της προκαλεί θλίψη και την κάνει να νιώθει πως θα μπορούσε με τις ώρες να τρέξει έξω και να περπατήσει χωρίς να νευριάζει για την ομπρέλα που δεν ανοίγει και για τα λασπόνερα που μουσκεύουν τα πατζάκια της. Η επιθυμία αυτή μέσα της γίνεται ολοένα και  εντονότερη και η καρδιά της αρχίζει ξαφνικά να χτυπάει δυνατά. Όμορφα συναισθήματα την κατακλύζουν.

Τα μάτια της μισοκλείνουν και η ανάσα της βαραίνει.Αρχίζει να αφήνεται σε όλο αυτό το μεθύσι της στιγμής και ο νους της για μια ακόμα φορά αρχίζει το ταξίδι του σε μέρη γνώριμα. Μόλις σε λίγα λεπτά μεταμορφώνεται σε μια σύγχρονη Πυθία που μέσα απο τα δικά της αρώματα  βυθίζεται σε σκέψεις και σε όνειρα, σε εικόνες του παρελθόντος μα όχι του μέλλοντος, όσο και αν αυτό θα το ήθελε πολύ. Αυτή την στιγμή τίποτα δεν την αγγίζει, τίποτα δεν είναι ικανό να την ξυπνήσει, όχι γιατί δεν γίνεται αλλα γιατί δεν το θέλει η ίδια. Τουλάχιστον έτσι νιώθει.

Η αμαξοστοιχία του μυαλού της δεν ταξιδεύει πολύ μακριά, μόλις μερικά χρόνια πριν. Στις ημέρες εκείνες που καθόταν στο ίδιο παράθυρο με τα ίδια όμορφα συναισθήματα και καρτερούσε τον γνώριμο ήχο απο το μηχανάκι του. Ήξερε οτι ήταν εκείνος πριν καν πλησιάσει το σπίτι της και έτρεχε στο μπαλκόνι να τον προλάβει για να του ρίξει το πιο όμορφο χαμόγελό της. Η άφιξή του σήμαινε ζωή για εκείνη. Το να μοιράζεται την ημέρα της μαζί του, απο το πιο απλό έως το πιο σύνθετο κομμάτι της, αυτό σήμαινε ανάσα ζωής για εκείνη. Όλες τις άλλες ώρες απλά ανάπνεε καρτερόντας την άφιξή του για να πετάξει ακόμα μια φορά στα σύννεφα. Εκείνη την περίοδο ένιωθε και η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο. Τίποτα δεν της έλειπε και για τίποτα δεν παραπονιόταν. Είχε όλα όσα ήθελε.. ή μήπως όχι?

Στην ερώτηση αυτή τα μάτια της έσφιξαν δυνατά. Το μυαλό ήθελε να συνεχίσει να ταξιδεύει εκεί, στο τότε, στις άπειρες όμορφες εικόνες που έπεφταν σαν λυτρωτική καταιγίδα μπρός στα μάτια της, όμως οι αναμνήσεις του σήμερα δεν της το επέτρεπαν. Μία άνιση μάχη άρχισε να εκτυλίσσεται ξαφνικά μέσα της. Οι όμορφες εικόνες του χθές δεν είχαν την δύναμη να υπερνικήσουν τις άσχημες του σήμερα. Ένας κόμπος έφτασε στον λαιμό της και τα μάτια της βούρκωσαν. Προσπάθησε με όση δύναμη είχε να συγκρατήσει τον χείμαρρο που καρτερούσε στις άκρες των ματιών της για να ξεχυθεί στα μάγουλά της. Δεν μπορούσε να το δεχτεί μέσα της το γεγονός πως έμειναν μόνο στάχτες να της μαυρίζουν την ίδια καρδιά που κάποτε χτυπούσε με τόση αγάπη. Δεν μπορούσε να δεχτεί μέσα της το πόσο εύκολα όλα έσβησαν σαν να ήταν γραφές με κιμωλία στον πράσινο πίνακα της ζωής της και εκείνος κρατούσε το σφουγγάρι. Τα τελευταία λόγια από το στόμα του βαριά που ηχούσαν ξανά και ξανά στα αυτιά της προσπαθώντας να φτάσουν ακόμα μια φορά ώς το βάθος της καρδιάς της για να την πληγώσουν.

Άνοιξε τα μάτια της με δυσκολία και ξαφνικά όλο το τοπίο της φάνηκε γκρίζο και μουντό. Μισούσε μέχρι και τον αέρα που ανάπνεε. Το δωμάτιο που κάποτε την γέμιζε ζεστασιά και αγάπη ξαφνικά την έπνιγε. Ήθελε να φωνάξει δυνατά αλλά κανείς δεν θα την καταλάβαινε, κανένας δεν θα την άκουγε. Ο δρόμος που κάποτε καρτερούσε με χαμόγελο στεκόταν ακόμα μπροστά της και έβγαζε απειλητικά μαχαίρι για να την κομματιάσει. Πήρε μια βαθιά ανάσα και σκούπισε τα δάκρυά της. Έπρεπε πλέον να αποδεχτεί πως αυτή είναι η πραγματικότητα όσο και αν την πονάει μέσα της. Το ταξίδι στο οποίο είχε μόλις αφεθεί τελικά δεν της έκανε καθόλου καλό. Ήξερε πως δεν ήταν στο χέρι της να επιλέξει την διαδρομή. Ήξερε πως το μυαλό και η καρδιά της επέλεγαν αυτόβουλα την διαδρομή που τους ήταν γνώριμη, εκεί που τόσα χρόνια είχαν μάθει απο μόνα τους να βαδίζουν. Δεν ήταν η πρώτη φορά που έκανε το ίδιο ταξίδι, δεν ήταν η πρώτη φορά που επέστρεφε απο αυτό με πόνο και με δάκρυα.

Τυλίχτηκε περισσότερο στην κουβέρτα της για να ζεστάνει το κορμί της που τώρα έτρεμε. Δεν άντεχε άλλο αυτό τον πόνο, όλο αυτό το μαρτύριο από τις αναμνήσεις που τρύπωναν με το έτσι θέλω στο μυαλό της και την μαστίγωναν στην καρδιά της. Πώς να το σταματήσει όλο αυτό, πώς να το αποτρέψει ξανά, άραγε να υπάρξει ποτέ τρόπος? Θυμάται την γιαγιά της να της λεει πως ο χρόνος γιατρεύει τις πληγές.. Πώς γίνεται όμως να πονάει ολοένα και περισσότερο με το πέρασμα του χρόνου? Πώς γίνεται εκείνος να την πλήγωνε τόσο πολύ όσο την είχε δίπλα του και όμως να συνεχίζει να την πληγώνει ακόμα και αν έφυγε μακριά της?

Όσο χανόταν σε ερωτήματα και σκέψεις και απορίες ούτε που συνειδητοποιούσε το πέρασμα της ημέρας. Ξαφνικά σαν απο μηχανής θεός ήρθε να την βγάλει απο τον λαβύρινθό της ο ήχος απο το κινητό της. Γύρισε και κοίταξε το γραφείο όπου το κινητό χοροπηδούσε σαν μεθυσμένο. Ήξερε πως αυτός ο ήχος δεν παρέπεμπε στο παρελθόν της αλλα στο μέλλον της και αυτό δεν χρειαζόταν να πάει κοντά για να το διαπιστώσει. Ήταν το μέλλον της που την καρτερούσε υπομονετικά όλο αυτό τον καιρό που εκείνη έσβηνε κάθε φορά στις αναμνήσεις του χθές.  Που της άπλωνε το χέρι και της χάριζε χαμόγελα κάθε φορά που εκείνη λύγιζε στις αδυναμίες του μυαλού και της καρδιάς της. Σκούπισε τα τελευταία δάκρυά της και περπάτησε γοργά πρός το γραφείο για να απαντήσει. Είδε το όνομα στην οθόνη και χωρίς να το προσπαθήσει καν ένα χαμόγελο ήρθε και φώτισε το πρόσωπό της. Η φωνή του ήρθε να ζεστάνει την καρδιά που τόση ώρα είχε παγώσει για να μπορέσει και πάλι να αρχίσει να χτυπάει.

Μέσα της ήξερε καλά πως το μόνο που της έμενε να κάνει ήταν να χαμογελάσει στο μέλλον και να τα αφήσει όλα πίσω της. Όσο και αν την πόνεσε το χθές, όσο και αν την τρόμαζε το αύριο, όσο και αν φοβόταν να ξανανιώσει όπως ένιωθε κάποτε, ήξερε πως η πορεία της ζωής είναι μπροστά και όχι πίσω. Μπορεί έως σήμερα να κρατούσε άλλος το σφουγγάρι αλλά αυτός ο πίνακας της ζωής της είναι ακόμα μια φορά καθαρός για να γραφτεί μια καινούργια ιστορία και την κιμωλία την κρατούσε και πάλι εκείνη. Στο εξής πρέπει να αφεθεί σε ταξίδια που οδηγούν σε νέα μονοπάτια. Ακόμα και αν αυτα τα ταξίδια γίνουν από το ίδιο παράθυρο που σήμερα της έδωσε ακόμα μια φορά τόση θλίψη.


Τετάρτη 26 Δεκεμβρίου 2012

Κάπως έτσι τα Χριστούγεννα

Δεν σας ξέχασα και ναι είμαι καλά!! Όχι όσο θα ήθελα αλλά δεν βαριέσαι?Συνήθεια κατάντησε και αυτό!

Καταρχήν τα χρόνια μου πολλά σε όλους σας! Ελπίζω να περάσατε όμορφα τα Χριστούγεννα και να πήρατε μεγάλη δόση χαράς και ξεκούρασης για να συνεχίσετε την καθημερινότητά σας!

Εγώ μπορώ να πώ πως τα περίμενα αλλιώς και τελικά αλλιώς μου ήρθανε. Όχι δεν θα κλαφτώ πάλι διότι σε γενικές γραμμές καλά τα πέρασα. Αυτές τις μέρες έζησα το εξής φαινόμενο: κάνεις ένα πλάνο στο μυαλό σου, συνήθως το ομορφότερο, στην συνέχεια τρώς μια μεγάλη σφαλιάρα και ξενερώνεις επειδή διαπιστώνεις πως πάλι όλα θα γίνουν αλλιώς, συνεχίζεις κάνοντας τα χειρότερα σενάρια στο μυαλό σου και σε πιάνουν οι κλάψες και τελικά διαπιστώνεις ότι δεν ήταν και τόσο χάλια μωρέ όσο τα περίμενες, υπήρχαν και τα καλά της υπόθεσης. Ακόμα και αυτό το ασανσερ στην ψυχολογία μου τελικά είχε την χάρη του, δεν μπορώ να το αρνηθώ.

Σάββατο 22/12
 Η ημέρα ξεκινάει τέλεια, με τους καλύτερους οιωνούς. Η διάθεση στο φούλ κυρίως επειδή τα ξημερώματα οι γονείς μου έφυγαν για τις γιορτές. Καιρός τους ήταν να ξεκουνήσουν και λιγάκι απο το σπίτι, τόσο καιρό η κατάσταση είχε καταντήσει αηδία! Γέρασαν πριν την ώρα τους μου φαίνεται και απορώ πως το αντέχουν να κάθονται όλη μέρα σπίτι, ο ένας στην ανατολική πτέρυγα και ο άλλος στην δυτική (γιατί έχω και έπαυλη τρομάρα μου). Πάλι καλά που υπάρχει και το χωριό και ξεκουνιούνται κάτι τέτοιες μέρες.

Το μεσημέρι καλεσμένη στην θεία, διότι έμεινα μόνη το κακόμοιρο και έπρεπε να αναλάβει τα ηνία σαν καλή θεία να με φροντίσει. Να είναι καλά γιατί μια πείνα μεγάλη την είχα, όπως και μια βαρεμάρα για να ετοιμάσω φαγητό για ένα άτομο. Το βραδάκι καλεσμένη σε φιλικό σπίτι, με όλη την παλιοπαρέα. Κάτι τέτοιες συνευρέσεις που γίνονται μία στο τόσο πολύ τις χαίρομαι και πολύ τις καρτερώ κάθε φορά!! Είμαι σαν τα σκυλάκια που μόλις βλέπουν την λιχουδιά κάνουν κωλοτούμπες και κουνάνε την ουρά σαν τρελά. Κάπως έτσι λοιπόν και εγώ. Έβαλα τα καλά μου και ας έλεγε η πρόσκληση "casual ενδυμασία". Εγώ ετοιμάστηκα λές και έβγαινα ραντεβού.

Όλοι μαζεμένοι σπίτι, οι εκπλήξεις μεγάλες, το κλίμα απίστευτα χαρούμενο και γιορτινό. Κάποιοι λείπανε, κάποιοι νέοι εμφανίστηκαν, αυτό με μελαγχόλησε λιγάκι και με τρόμαξε για τις μελλοντικές συνευρέσεις, μόλις όμως εμφανίστηκαν τα φαγητά στο μπουφέ όλα ξεχάστηκαν. Μπορεί να μην έφαγα ποσότητα, αλλά έπεσα με τα μούτρα. Ούτε στον πόλεμο να ήμουν!! Το ευτύχημα ήταν πως υπήρξαν και χειρότεροι απο εμένα που γέμισαν το πιάτο και δύο και τρείς φορές πριν καν τελειώσω τα δικά μου. Μιλάμε, πήραν τα πιρούνια φωτιά.

Η βραδυά συνεχίστηκε με χαρτάκι, επιτραπέζια και στο τέλος το αγαπημένο μας πάντα παιχνίδι που έχει καταντήσει κάτι σαν ιεροτελεστία τέτοιες μέρες, "Δολοφόνος" ή αλλιώς "Η νύχτα πέφτει στο Παλέρμο". Κάπως έτσι φτάσαμε στο ξημέρωμα με απίστευτο γέλιο, απίστευτο κέφι και απίστευτο ντουμάνι απο τα τσιγάρα. Νομίζω οτι τα μάτια μου ακόμα τσούζουν!!

Κυριακή 23/12 
 Η ημέρα κρίθηκε τελείως λάθος. Φάνηκε απο το πρωί ότι δεν θα είναι καλή. Τα νεύρα μου αρκετά, διότι ενώ περίμενα οτι η χθεσινή ημέρα θα συνεχιστεί τελικά ο καθένας ασχολήθηκε με την πάρτη του. Και αφού κατάφερα να ξυπνήσω το μεσημεράκι και με ανακατωσούρες απο τις χθεσινές κρεπάλες αποφάσισα πως είναι η ιδανική στιγμή να κάνω ένα δύσκολο τηλεφώνημα και να βγάλω όλα μου τα εσώψυχα με τον πιό ήρεμο και όμορφο τρόπο. Μπορεί να μην πήρα την ίδια αντιμετώπιση, αλλά η ευχαρίστηση της πιό ανάλαφρης καρδιάς μου μου έδωσε απίστευτη δύναμη για να συνεχίσω αυτές τις μέρες. Πάντα πίστευα ότι τις μέρες αυτές πρέπει να τα λέμε λίγο με τον εαυτό μας και να βγάζουμε προς τα έξω όλη μας την αγάπη και την αλήθεια μας.

Έτσι δυναμικά λοιπόν ξεκουνήθηκα και ακολούθησα την αδερφή μου, το γαμπρό μου και τον μικρό μας ταλιμπάν σε μια εξόρμηση στα μαγαζιά για καφεδάκι. Είχαμε φυσικά και συνοδεία τους νονούς του μικρού οπότε και υπήρχε ένα μεγαλύτερο ενδιαφέρον στην παρέα μιας και οι συζητήσεις έδιναν και έπαιρναν.

Η κίνηση στους δρόμους ατελείωτη, η κίνηση στα εμπορικά καταστήματα ατελείωτη και αυτή. Ο πονοκέφαλός μου όχι μόνο δεν έφευγε αλλά γινόταν ολοένα εντονότερος.  Ο μικρός είχε γραπωθεί στην αγκαλιά μου και κοίταζε τρομαγμένος τον κόσμο που περνούσε μπουλούκια γύρω μας. Πάμε στο πρώτο εμπορικό να βρούμε να κάτσουμε για έναν καφε και η πλήρης αποτυχία. Ο κόσμος να είναι σε λίστα αναμονής για έναν καφέ. Φύγαμε κακήν κακώς και κατευθυνθήκαμε στο δεύτερο εμπορικό. Εκεί τα πράγματα κάπως καλύτερα και καταφέραμε να βρούμε ενα τραπεζάκι σε μία γωνίτσα για να πιούμε επιτέλους τον ρημαδοκαφέ. Για εμένα ο καφές ακολουθήθηκε και απο μια πιατάρα με κλαμπ σάντουιτς διότι με αυτά και με εκείνα το στομάχι μου είχε φτάσει στο πάτωμα.  Τελικά, ήταν καλή η επιλογή μου γιατι το μικρό μας ζουζούνι ήταν μια αποθέωση και μου είχε λείψει πάρα πολύ!!

Το βραδάκι το πέρασα χαλαρά στο σπίτι φίλων, με δεύτερο καφεδάκι καπακωτό. Το καφεδάκι κράτησε μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες και τότε θυμήθηκα πως έχω και ένα σπίτι που πρέπει κάποια στιγμή να επισκεφτώ και να βγάλω τις μπότες που είχαν γίνει ένα με τα ποδαράκια μου. Το κρεβατάκι μου αν και παγωμένο μου είχε λείψει απίστευτα, μα πάνω απο όλα μου είχε λείψει κάποιος άλλος..
Δεν υπάρχει ομορφότερο πράγμα απο το να αποκοιμιέσαι με την φωνή του..

Δευτέρα 24/12 
Και ενώ όλοι οργανώνουν την παραμονή Χριστουγέννων με φίλους, συγγενείς και γνωστούς εγώ ξυπνάω ακόμα μια φορά το μεσημέρι με το απόλυτο τίποτα κανονισμένο. Όλοι εξαφανισμένοι ακόμα μια φορά. Έτσι κάπως κατέληξα στο σπίτι της αδερφής μου, με τον μικρό ταλιμπάν να πηγαινοέρχεται και να μας τρελαίνει όλους. Η βαρεμάρα δεν άργησε να έρθει και αφού κατέληξα πως πρέπει να το πάρω πλέον απόφαση πως η αποψινή βραδυά θα κυλήσει σπίτι μου και όχι κάπου αλλού επέστρεψα στην βάση μου κάπως θλιμμένη. Όμως είχα εσένα να με περιμένεις, εσένα να σου αφιερώσω όλη την βραδυά.. και είδαμε μαζί ταινιούλες, και σε απόλαυσα ώρες ατελείωτες ώσπου αποκοιμήθηκα ξανά με την φωνή σου.. τελικά δεν ήταν καθόλου άσχημη αυτή η ημέρα..

Τρίτη 25/12 Καλά μας Χριστούγεννα
Αυτή η ημέρα ήταν κανονισμένη απο πρίν. Το εορταστικό τραπέζι θα στρωνόταν στο σπίτι της αδερφής μου. Εξάλλου, γιόρταζε και ο άντρας της και εντάξει, αυτή είναι και η οικογένεια μου. Καλεσμένοι της, τα πεθερικά της. Γεγονός όχι τόσο ευχάριστο για εμένα, αν και δεν μου έχουν κάνει και τίποτα οι άνθρωποι. Απλά να, δεν είναι και απο τους ανθρώπους που αποκαλείς την ψυχή της παρέας. Ας είναι όμως, ας μην γκρινιάζω άλλο.. εξάλλου, ένα τραπέζι είναι που θα περάσει και αυτό.

Μετά απο κάμποση ώρα προετοιμασίας για τα τελευταία εδέσματα που θα συνόδευαν την γαλοπούλα το τραπέζι στρώθηκε και ακόμα μια φορά έπεσα με τα μούτρα. Η ποσότητα πάλι δεν ήταν αρκετή αλλά οι ταχύτητές μου τι να πώ, με εκπλήσσουν κάθε φορά και περισσότερο. Πρέπει να το κοιτάξω τελικά αυτό!! Και αφού όλα τελείωσαν όμορφα με ένα στομάχι τούμπανο, μια ανακατωσούρα απίστευτη και ενα σωρό τύψεις για τις θερμίδες που καταβρόχθισα, αραδιάστηκα στον καναπέ και περίμενα και το αγαπημένο μου γλυκό. Ναι, ένα τσίζκεικ σπιτικό περίμενε μέσα στο ψυγείο και το λιγουρευόμουν και ας ήθελα να βγάλω οτι είχα και δεν είχα από μέσα μου.

Όμως, καλά να πάθω που κάνω όνειρα και λιγουρεύομαι κιόλας. Το γλυκό δεν έλεγε να κοπεί με τίποτα, τα γερόντια αρχισαν να κουτουλάνε όρθια στον καναπέ και σαν να άκουσα και ενα μικρό ροχαλητό στιγμιαία, ο γαμπρός μου ταβλιάστηκε στο κρεβάτι του αμέσως μετά το φαγητό και η αδερφή μου εξαφανίστηκε κάπου στα ενδότερα προσπαθώντας να κοιμήσει τον μικρό. Περίμενα λίγο, περίμενα πολύ, περίμενα περισσότερο αλλά πουθένα βλέψεις για γλυκό. Και αφού με όλα αυτά άρχισα να απογοητεύομαι και να νιώθω τα ματάκια μου οτι κλείνουν, το πήρα απόφαση με βαριά καρδιά, θυσίασα το τσίζκεικ και πήρα το μπουφανάκι μου για να πάω σπίτι.

Ευτυχώς το βράδυ βρέθηκα πάλι με όλη την παλιοπαρέα πρώτο τραπέζι πίστα. Τύφλα να έχουν τα μπουζούκια σου λέω. Είχε ο αντέννα τα 20 χρόνια φοίβος και πολύ το απολαύσαμε. Η μουσική διαπασόν, οι αφιερώσεις να πέφτουν η μία μετά την άλλη, όλοι να χορεύουμε απο την θέση μας, τα ποτά να πηγαινοέρχονται και στο τέλος να ρίχνουμε και τα παλαμάκια μας. Ούτε στα μπουζούκια δεν έχουμε κάνει τέτοιο κέφι! Το μόνο που μας έλειπε ηταν τα γαρύφαλλα. Σε κάποια φάση σκεφτήκαμε να μαδήσουμε ένα δεντράκι που είχαν εκεί, αλλά ευτυχώς το μετανιώσαμε!! Το πρόβλημα ήταν οταν τελείωσε η εκπομπή και αρχίσαμε να ψάχνουμε στα πιό τελειωμένα κανάλια για να βρούμε κανα μπουζούκι ακόμα. Τελικά όμως ο αντέννα συνέχισε με Θεοδωρίδου- Μαζωνάκη και πάλι καλά γιατί το κέφι συνεχίστηκε!

Τετάρτη 26/12
Σήμερα αγαπητοί μου βρίσκομαι σπιτάκι και μετά απο μεγάλη δυσκολία το πήρα απόφαση οτι πρέπει να συμμαζευτεί και λίγο γιατί το βράδυ επιστρέφουν τα αλάνια και ποιός τους ακούει. Αυτή η γκρίνια της ελληνίδας μάνας δεν παλεύεται!! Το απογευματάκι μάλλον θα καταλήξω έξω σε κανα σινεμάδακι ή οτιδήποτε άλλο και πάλι καλά θα περάσουμε και σήμερα. Το ελπίζω δηλαδή διότι μέχρι στιγμής αυτό έχει κανονιστεί!!


Τελικά ναι δεν πέρασα τόσο καλά όσο θα ήθελα αλλά δεν πέρασα και τόσο χάλια όσο πίστευα. Πρέπει να σταματήσω να γκρινιάζω μου φαίνεται.

Εύχομαι να είστε όλοι καλά και να είναι οι τελευταίες μέρες αυτού του δύσκολου χρόνου ακόμα πιο όμορφες για όλους μας. Τουλάχιστον να αποχαιρετήσουμε τον χρόνο με χαμόγελο στα χείλη μας και όχι με δάκρυα στα μάτια μας.