Ανακατεύομαι και δεν είναι απο ποτά, σε αυτό είμαι σίγουρη. Προσπαθώ να θυμηθώ. Ήμουν σπίτι μου, την ημέρα της γιορτής μου. Χωρίς κόσμο, χωρίς δώρα, χωρίς τίποτα. Το μεσημέρι ένα συνηθισμένο οικογενειακό τραπέζι και το ανηψάκι μου αγκαλιά. H έξοδος είχε κανονιστεί για το βράδυ με τους φίλους μου σε κάποιο πάρτυ. Μέχρι το απόγευμα κανείς δεν με είχε πάρει για να το οριστικοποιήσουμε. Παρ'όλα αυτά, εγώ άρχισα τις ετοιμασίες. Έκανα το μπάνιο μου, έφτιαξα τα μαλλιά μου, άπλωσα στο κρεβάτι μου τα ρούχα που θα φορούσα. Όλα ήταν έτοιμα, αρκεί να χτυπούσε το τηλέφωνο.
Η ώρα 7.30 και εγώ με το μπουρνούζι μου κοιτάω το κινητό μου. Άρχισε να χτυπάει και η καρδιά μου ήρθε στην θέση της. Όμως τα νέα δυσάρεστα. Άκυρα όλα τα σχέδια λόγω ασθένειας που έπιασε την μισή παρέα. "Δεν πειράζει" λέω, προσπαθώντας να ακουστώ ήρεμη και ευδιάθετη. "Μην ανησυχείς για εμένα, κάτι θα κάνω απόψε". Αυτό ήταν.. το κινητό έφυγε απο τα χέρια μου και άρχισα να κλαίω. Ακόμα μια φορά μόνη μου, ακόμα μια μέρα κλεισμένη σπίτι μου. Ήθελα απλά να βγώ έξω να ουρλιάξω.
Άρχισα να ξεσπάω στους πάντες και στα πάντα, δεν το άντεχε όλο αυτό η καρδιά μου. Έμεινα ακίνητη για κάμποσες ώρες να κοιτάω το άδειο και ήρεμο σπίτι, τα λαμπάκια που αναβόσβηναν σαν τρελά στο σαλόνι μας. Θα έπρεπε να μου φέρνουν χαρά αλλά το μόνο που κατάφερναν ήταν να μου το κάνουν ακόμα πιο δύσκολο. Ξαφνικά άρχισα να κρυώνω, να ανακατεύομαι, να σβήνω σιγά σιγά.. Ξαπλώνω στο κρεβάτι μου και ρίχνω πάνω μου όσα περισσότερα σκεπάσματα μπορούσα. Το κορμί μου τρέμει και το κεφάλι μου πάει να σπάσει. Κάποια στιγμή, τα ξημερώματα, κατάφερα και αποκοιμήθηκα.
Δεν ήταν όνειρο τελικά, όχι δεν ήταν. Ήταν το εχθές, ήταν η μέρα που πέρασε και που θα ήθελα πολύ να μην ήταν η αλήθεια αλλά να ήταν ένα άσχημο όνειρο. Σηκώνομαι αργά και προσπαθώ να συνέλθω. Έξω ο ήλιος λάμπει.. "τί όμορφη μέρα σήμερα". Φοράω το χαμόγελό μου και λέω την πιο γλυκιά μου καλημέρα στον καθρέφτη μου. Θα μπορούσαν όλα να ήταν ένα όνειρο.."πάει πέρασε καρδιά μου".
