2 ιστορίες σε 1
ακόμα «Παιχνίδι με τις Λέξεις» που διοργανώθηκε στο blog της αγαπημένης Φλώρας. Γιατί δύο ιστορίες?? Γιατί πολύ απλά επιτρέπεται να
συμμετάσχεις μέχρι δύο ιστορίες και γιατί πίστεψα πως η πρώτη ιστορία μου βγήκε
υπερβολικά γρήγορα (μόλις 3 ώρες περίπου μετά την ανακοίνωση των λέξεων για την
εκκίνηση του διαγωνισμού) και έτσι θεώρησα «σωστό» προς τον εαυτό μου να δώσω λίγο
χρόνο παραπάνω για μια επιπλέον ιστορία. Αν είχα πάντως περιθώρια και για περισσότερες ιστορίες σίγουρα ακόμα θα προσπαθούσα να γράψω και άλλες, διότι τόσο πολύ το απολαμβάνω αυτό το παιχνίδι λέξεων!!
Βέβαια, προς
μεγάλη μου έκπληξη, η ιστορία που διακρίθηκε και συγκέντρωσε με διαφορά
περισσότερους ψήφους από την άλλη ήταν η πρώτη ιστορία που μου βγήκε και πιο
γρήγορα. Το αποτέλεσμα λοιπόν ήταν να κερδίσει την Τρίτη θέση στο 8ο
Παιχνίδι με τις Λέξεις και έτσι να καταφέρω να αποκτήσω και εγώ μια από τις
υπέροχες καρφίτσες που δίνει στις νικήτριες η Φλώρα σαν έπαθλο. Εννοείται πως η καρφίτσα αυτή θα αποκτήσει
μια ξεχωριστή θέση στο δωματιάκι μου μαζί με τα υπόλοιπα δωράκια που έχω
κερδίσει από άλλες φίλες blogger.
Οι λέξεις αυτή
την φορά που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν ήταν οι εξής:
Ηνία, Ακτίνα, Διακοπή,
Ίχνος, Άμιλλα
Φυσικά όταν τις
πρωτοείδα εννοείται πως κόμπλαρα, ειδικά με την λέξη άμιλλα. Πίστεψα πως δεν θα
καταφέρω να γράψω τίποτα. Όμως αυτή είναι μια ακόμα ομορφιά του συγκεκριμένου
παιχνιδιού. Αφήνεσαι και είναι πραγματικά πανέμορφη έκπληξη σε τι μονοπάτια θα
φτάσει το μυαλό σου μέσα στο όριο των 500 μόνο λέξεων. Όπως θα δείτε, με τις ίδιες λέξεις, οι ιστορίες που μου
ήρθαν στο μυαλό μου απέχουν κατά πολύ η μία από την άλλη.
*
*
*
Από το άλμπουμ
της ζωής
Φθινοπωρινό
πρωινό με έναν ήλιο να παίζει κρυφτό με τα σύννεφα. Εμείς χάμω στο χώμα με τα
παλιόρουχά μας να παρακολουθούμε τον παππού Δημήτρη που οργώνει το κτήμα. Οι
χθεσινές βροχές μαλάκωσαν την γη και είναι πλέον έτοιμη να δεχτεί στην αγκαλιά
της τους σπόρους. Το άροτρο αφήνει πάνω της τα μεγάλα του ίχνη. Τελετουργικό από τα αγαπημένα μας. Όχι τόσο για
το ίδιο το όργωμα αλλά για το μετά, αυτό που ακολουθούσε.
Μόλις ο παππούς τελειώνει τις δουλειές του χωραφιού
κάθεται κοντά μας και με τα ρυτιδιασμένα χέρια του μας μοιράζει το κολατσιό. Ψωμί
ζυμωτό της γιαγιάς Τασίας, με μυρωδάτη ντομάτα από το μποστάνι μας και τυρί
άσπρο από τον Κυρ Τάκη, τον γιδοβοσκό. Εμείς τρώμε και εκείνος μας μιλάει για
όλους τους αρχαίους που τόσο αγαπάει και δεν χάνει ευκαιρία να αναφέρει. Αγαπημένη
του φράση αυτή του Αριστοτέλη: «όπου υπάρχει άμιλλα,
υπάρχει και νίκη». Μου πήρε καιρό να καταλάβω τι σήμαινε η λέξη άμιλλα, ώσπου
το διαπίστωσα στην πράξη όταν γνώρισα τον Γιωργάκη, το κακομαθημένο του χωριού,
που πάντα με ανταγωνιζόταν γιατί ήθελε να νιώθει νικητής ακόμα και όταν δεν
υπήρχε λόγος συναγωνισμού.
Ύστερα ο παππούς
Δημήτρης έπαιρνε ένα μακρύ ξυλαράκι στα χέρια του και μας σχεδίαζε στο χώμα
διάφορα σχήματα. Αγαπούσε τα μαθηματικά και την γεωμετρία, όπως όλοι οι μεγάλοι
αρχαίοι άλλωστε, και μας παρέδιδε μαθήματα. Σήμερα ήταν η ημέρα του κύκλου με
την ακτίνα του και του τριγώνου με την ορθή
γωνία. Ήταν μορφωμένος πολύ και αυτό του το αναγνώριζα και το θαύμαζα. Πόσο μου
άρεσε να τον ακούω και να μαθαίνω από εκείνον, ακόμα και αν όσα έλεγε μου
έμοιαζαν τότε ακαταλαβίστικα! Αν δεν υπήρχε εκείνος σίγουρα δεν θα είχα
ασχοληθεί με τις θετικές επιστήμες και ούτε θα τις είχα κάνει επάγγελμα που μου
αποφέρει τα προς το ζην. Υπάρχει όμως κάτι ακόμα που δεν κατάφερα να
ακολουθήσω. Εκείνος τα είχε όλα αυτά κοντά στην δεύτερη μεγάλη του αγάπη, την
φύση, ενώ εγώ εξακολουθώ να είμαι εγκλωβισμένος στη μεγαλούπολη, μακριά από τα
κτήματα, το όργωμα και το θέρο. Και τι δεν θα έδινα να κάνω την ζωή που έκανε
και εκείνος!
Στην επιστροφή για το σπίτι ρίχνουμε κλήρο για το ποιος θα έχει την τιμητική να κρατήσει τα ηνία του αλόγου. Ο κλήρος πέφτει σε εμένα και νιώθω πως δεν υπάρχει μεγαλύτερο δώρο από αυτό. Είναι λες και θα κρατήσω στα μικρά μου χέρια τον κόσμο όλο. Ο παππούς μας βάζει και τους δύο επάνω στο μαύρο καμαρωτό άλογο ενώ εκείνος περπατάει δίπλα του και με καθοδηγέι. Ρίχνω κλεφτές ματιές και εκείνος μου χαμογελάει μέσα από τα μουστάκια τα γκριζωπά που στολίζουν το ρυτιδιασμένο και ηλιοκαμένο του πρόσωπο. Αυτή ακριβώς την στιγμή είναι που παγώνει ο χρόνος και ακούγεται το κλικ της φωτογραφικής μηχανής του μυαλού μου για να αποτυπώσει μια εικόνα που θα μου μείνει για πάντα χαραγμένη μέσα μου.
Μια φωτογραφία που στολίζει νοσταλγικά το άλμπουμ της ζωής μου. Γιατί ο παππούς Δημήτρης δεν ήταν μόνο οι καθιερωμένες μου διακοπές στο χωριό αλλά ο κόσμος μου όλος.
*
*
*
Το κάτασπρο άτι
Ανοίγω την πόρτα με την αρμάθα από τα παλιά κλειδιά και αφήνω την τσάντα μου στο πάτωμα. Ρίχνω μια εξερευνητική ματιά στον χώρο και πετάω τα κλειδιά στον καναπέ. Ένα σύννεφο από σκόνη σηκώνεται με το που ακουμπάνε επάνω του.
"Θέλει καθάρισμα" συλλογίζομαι.
Βρίσκομαι ακόμα μια φορά για διακοπές στο πέτρινο σπιτάκι της λίμνης. Ανοίγω την πόρτα και περπατάω στην βεράντα. Ακούγονται τα τακούνια μου στο πάτωμα καθώς πηγαινοέρχομαι. Είμαι αγχωμένη, σαν κάτι να περιμένω. Γύρω μου απλώνεται η λίμνη με την ομίχλη της που καλύπτει μια απέραντη ακτίνα στον ορίζοντα. Το δάσος τριγύρω της στέκεται και αυτό πιστός θεατής στην άγρια μα απέραντη ομορφιά της.
Ένας ήχος
ακούγεται από μακριά που γίνεται κάθε στιγμή και πιο έντονος. Ξεκάθαρος ήχος,
γνώριμος. Ξεχωρίζω το καλπασμό του ολοένα και πιο κοντά μου και είμαι σίγουρη
πως θα δω ακόμα μια φορά την μορφή του. Ξεπροβάλει ανάμεσα από τα έλατα.
Κάτασπρο, με μια ολόλευκη χαίτη. Η ανάσα του αχνίζει και τα δυο ολόμαυρα μάτια
του με καρφώνουν. «Ήρθες πάλι» χαμογελάω. Στέκεται απέναντί μου και με κοιτάει.
Με καλεί κοντά του χτυπώντας τις οπλές του στην λάσπη αφήνοντας επάνω της τα ίχνη του. Νιώθω το κάλεσμά του σε όλο μου το είναι.
Προχωράω κοντά του, με τα πόδια γυμνά. Το έδαφος είναι κρύο μα δεν με αγγίζει. Νιώθω να πετάω. Βλέπω την μορφή μου να απομακρύνεται από το πέτρινο σπιτάκι και να κατευθύνεται προς το μέρος του. Το κάτασπρό φόρεμά μου αγγίζει τις λάσπες και τα κατάξανθα μαλλιά μου πλαισιώνουν τον λαιμό μου. Μόλις το πλησιάζω το χαιδεύω στην χαίτη και εκείνο χαμηλώνει το κεφάλι προς το μέρος μου. Γονατίζει δίπλα μου και εγώ πιάνομαι από τα χρυσά ηνία του για να σκαρφαλώσω. Και τότε με μια κίνηση στα χέρια μου αρχίζει να καλπάζει.
Καθώς χανόμαστε στο δάσος νιώθω το ελαφρύ αεράκι να χαιδεύει τα μαλλιά μου που ανεμίζουν και αυτά όπως η χαίτη του αλόγου. Κλέινω τα μάτια μου και γέρνω το κεφάλι μου προς τα πίσω. Νιώθω ήρεμη, ένα με τον αέρα. Δεν με αγγίζει τίποτα άλλο εκτός από τον αέρα. Μια βροντή έρχεται να με συνεφέρει. Τρομάζει το κάτασπρο άτι και τραντάζομαι επάνω του. Ξαφνικά αρχίζουμε να τρέχουμε προς το τέρμα του δάσους, εκεί που υπάρχει ένα ξέφωτο. Το έντονο φως του με τυφλώνει στα μάτια. Νιώθω μια διάχυτη άμιλλα να με κυριέυει, σαν να αποτελούμε μέρος ενός αγώνα που πρέπει να βγούμε πάση θυσία νικητές. Το κάτασπρο άτι τρέχει δυνατά και εγώ λαχανιασμένη προσπαθώ να κρατηθώ επάνω του. Πλησιάζουμε στο τέρμα, το νιώθω. Στο τέρμα θα έρθει η νίκη, στο τέρμα θα έρθει η λύτρωση και αυτό το φως θα μας τυλίξει.
Πετάγομαι επάνω
και προσπαθώ να καταλάβω που βρίσκομαι. Πιάνω την καρδιά μου που χτυπάει σαν
τρελή. Δίπλα μου ο Κώστας κοιμάται ήρεμος. Μου έρχονται ξανά στο μυαλό μου οι
εικόνες από το κάτασπρο άτι στο πέτρινο σπιτάκι της λίμνης και αναστατώνομαι.
Απλώνω τα χέρια μου και χώνομαι στην αγκαλιά του ακόμα μια φορά. Με
καταλαβαίνει.
-Πάλι το κάτασπρο
άλογο?
-Ναι... Πάλι δεν
φτάσαμε στο τέρμα.
-Ηρέμησε... Εγώ
είμαι εδώ.
*
*
*
Και επειδή σημασία
έχει η συμμετοχή και όχι η νίκη και όλοι όσοι συμμετέχουμε στην ουσία είμαστε
νικητές αυτό το βραβείο συμμετοχής θα στολίσει ακόμα μια φορά το blog μου.
Το 9ο Παιχνίδι με τις Λέξεις θα ξεκινήσει σύντομα οπότε όποιος νιώθει οτι μπορεί να δημιουργήσει και να συμμετάσχει να μην ξεχάσει να επισκεφθεί το blog της Φλώρας για την σχετική ενημέρωση έναρξης.
Σας φιλώ γλυκά!


